24/9/17

Οι καθισμένοι του καθεστώτος

Η εμπιστοσύνη με την οποία περιέβαλε ο ελληνικός λαός τον Τσίπρα και τους συν αυτώ έχει αιτίες και σε αυτές έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές. Το απαραίτητο υπόστρωμα, ωστόσο, δεν ήταν άλλο από τον επιφανειακό τρόπο προσέγγισης και ανάλυσης των πολιτικών πραγμάτων. Αν και γίνεται συχνά αναφορά σε "καφενειακού" επιπέδου συζητήσεις περί τα πολιτικά, τα παλιά καφενεία φαντάζουν σχολεία δημοκρατικής αγωγής μπροστά σε όσα βιώνει πλέον η χώρα.

Στο πολιτικό περιβάλλον των τελευταίων ετών, η μη άσκηση εξουσίας από την "Αριστερά" (κάτι εξαιρετικά ανακριβές, στην πραγματικότητα) κατέστη επαρκής δικαιολογία για την υποστήριξή της από σημαντική μερίδα ψηφοφόρων (το ίδιο έγινε με πρώην ψηφοφόρους ΝΔ και ΛαΟΣ που εστράφησαν στη ΧΑ, αν όχι ιδεολογικά σίγουρα με την εντολή να μπει στη Βουλή και να τα κάνει "μπάχαλο"). Το γεγονός ότι οι "πασοκογενείς" του ΣυΡιζΑ ήταν ακριβώς ο πυρήνας της διαφθοράς του πρόσφατου παρελθόντος παραβλέφθηκε. Ότι οι υπόλοιποι ακροβατούσαν μεταξύ εμμονών, ανοησίας και παραληρήματος υποτιμήθηκε. Ότι τελικά η ψήφος πήγαινε σε αποτυχημένους ή αδοκίμαστους μετατράπηκε σε πλεονέκτημα. "Τελειώνουμε με το παλιό", έστω και αν είμαστε παλιότεροι από αυτό: κολλημένοι στο 1917 ή πρώην πασόκοι...

Κάπως έτσι έγινε Πρωθυπουργός ένας αγράμματος άνθρωπος, στερούμενος γνώσεων δημοτικού, κοινωνικά παντελώς απαίδευτος ως και ανάγωγος. Το θράσος του ήταν το μόνο του προσόν. Οι συνεργάτες του παρουσίαζαν στην πλειοψηφία τους παραπλήσιο προφίλ, με την προσθήκη της κωμικής λαϊκίστικης Ακροδεξιάς του Καμμένου. Το μίγμα ήταν εκρηκτικό, αλλά μετά τα προειδοποιητικά σημεία αγνοήσαμε και τις μεγάλες εκρήξεις, δηλαδή το πρώτο εξάμηνο του 2015. Ο λαός αποδέχτηκε τη στριφνή συγκυρία και εμπιστεύτηκε τον Τσίπρα για τη διαχείρισή της. Αλλά ελλείψει ικανοτήτων τα αποτελέσματα ήταν (προδιαγεγραμμένα) κωμικοτραγικά.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, δεν αποτελεί έκπληξη η αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί οποιοδήποτε ζήτημα με επιτυχία. Μόνο προσόν των συριζανέλ υπήρξε το "ηθικό πλεονέκτημα" και η σοφή επικοινωνιακή στρατηγική. Εγκαίρως επισημάναμε ότι επρόκειτο περί δύο φαντασιώσεων, "αυταπατών", κατά την καθεστωτική ορολογία -πολιτών και εξουσίας. Αλλά με αυτά τα δύο δεν λύνονται προβλήματα, ούτως ή άλλως.

Η υπόθεση Κουρουμπλή καθίσταται εμβληματική. Δεν είμαστε οπαδοί της "πολιτικής", αλλά της ουσιαστικής ευθύνης. Δεν μπορεί να κατηγορείται ο υπουργός για κάθε ναυάγιο, ακόμη και αν οι έλεγχοι υπήρξαν ανεπαρκείς ή η αντίδραση του Λιμενικού καθυστερημένη. Πρέπει όμως να αναγνωρίσει τα λάθη, να εντοπίσει τους υπαιτίους, να αποδώσει ευθύνες και να επιβάλει ποινές. Έγινε κάτι από αυτά; Αυτά θα προϋπέθεταν ικανότητες και βούληση. Για αυτά είναι υπόλογοι ο Κουρουμπλής και ο αρμοδιότερος, καθ' ύλη, Φάμελλος, όχι για τη ρύπανση ή το ναυάγιο.

Ακολούθως, ωστόσο, αποκαλύφθηκε και το ναυάγιο της ηθικής. Ο Κουρουμπλής αδίστακτα εψεύσθη πολλαπλώς εντός του Κοινοβουλίου και ενώπιον των πολιτών. Παραπλάνησε εσκεμμένα. Με επιπολαιότητα έθεσε σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Ουδέποτε εισήλθε σε διαδικασία αυτοαξιολόγησης ή, έστω, αξιολόγησης των πεπραγμένων των υφισταμένων του.

Ακόμη και αν δεν έφερε καμία ευθύνη για το συμβάν, δεν φρόντισε καν να επιστρέψει εγκαίρως από το Λονδίνο. Πήγε έτσι περίπατο και το παραμύθι περί επικοινωνιακής δεινότητας του ΣυΡιζΑ. Ο υπουργός δεν ανελκύει ναυάγια, όπως ο Πρωθυπουργός δεν σβήνει φωτιές. Αλλά επικοινωνιακά, εκεί που υποτίθεται ότι "διαπρέπει" κατά τους αυλοκόλακες ο Τσίπρας, το "παρών" τους είναι επιβεβλημένο -έστω και για να εισπράξουν τη δυσφορία του κόσμου.

Ο Κουρουμπλής είναι ένας εξευτελισμένος άνθρωπος. Κανείς δεν μπορεί να τον πάρει στα σοβαρά. Δεν είναι ο μόνος. Ο Καμμένος είναι ανεξέλεγκτος. Ο Σπίρτζης, ο Παππάς, ο Γαβρόγλου, τόσοι και τόσοι γελοιοποιούνται καθημερινά. Ουδείς αντικαθίσταται, ουδείς καλείται να απολογηθεί -έστω προσχηματικά. Το καθεστώς αποτελείται από τους καθισμένους στις καρέκλες αξιωματούχους του, οι οποίοι αδιαφορούν για τα πάντα και απλά θέλουν να απολαύσουν την κάθε στιγμή, ξέροντας ότι ο χρόνος τους τελειώνει. Και όλα αυτά σε μία τόσο κρίσιμη για τη χώρα περίοδο.

Κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος θα ήξερε ότι πρέπει να πάει στο σπίτι του. Και δεν αναφέρομαι στον Κουρουμπλή, αλλά στον Τσίπρα. Τού δόθηκε ο χρόνος του και τον εξάντλησε, εξαντλώντας τη χώρα και τις αντοχές της. Τώρα απλά της τον στερεί, επιτείνοντας την ασφυξία της. Αν δεν το καταλαβαίνει δεν είναι απλά θρασύς, επιπόλαιος ή απαίδευτος. Είναι με μία και μόνο λέξη ανόητος.

12/9/17

Περί υγιούς επιχειρηματικότητας

Η γελοία προσπάθεια του Τσίπρα να παρουσιάσει "φιλοεπενδυτικό" προφίλ θα έπρεπε να είχε εξοργίσει πρώτα-πρώτα τους αριστερούς συντρόφους της δρακογενιάς του 3%, που με κάτι τέτοια βγάζουν σπυριά. Το ότι αυτό δεν έγινε είναι ενδεικτικό του πόσο στα σοβαρά παίρνουν, ακόμα και οι κολλητοί του, τη ρητορική στροφή προς την επιχειρηματικότητα. Στροφή επικοινωνιακή αμιγώς και αδέξια ως γελοία επί της ουσίας.

Ο ΣυΡιζΑ και οι εν Χαλκιδική κομματάρχες του έχουν σηκώσει εδώ και χρόνια θόρυβο για την προστασία του περιβάλλοντος στις Σκουριές. Ας μην ασχοληθούμε με τις θέσεις εργασίας και με τα κωμικά επιχειρήματα ότι ο τουρισμός και η αγροτική ανάπτυξη θα συμβάλουν στην αποκατάσταση όσων μείνουν άνεργοι σε ενδεχόμενη απώλεια της επένδυσης. 

Έχει, βέβαια, πλάκα το θέμα. Η τουριστική ανάπτυξη της Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται από μπιτσόμπαρα και κατάληψη ακτών από επιχειρήσεις χαμηλού κεφαλαίου και αισθητικής, ξαπλώστρες και υπερτιμημένα κοκτέιλ με απλά λόγια, ενώ οι όποιες μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες ξεκινάνε με αυτονόητο αποκλεισμό, επί της ουσίας, της παραλίας. Όχι ακριβώς και η επιτομή του σεβασμού στο περιβάλλον -ας μη μιλήσουμε για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των απορριμμάτων στις ακτές μας. Δεν έχει μεγάλη σημασία τι επιδιώκει κανείς με το μυαλό του, αλλά τι γίνεται στην πράξη, και ο περίφημος τουρισμός μας αυτός είναι στην περιοχή. Όσο για τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, είμαι περίεργος να μάθω με τι κατάρτιση οι μεταλλωρύχοι θα μετατραπούν σε αγρότες, σε ποιες εκτάσεις και τι είναι σε θέση η ίδια η γη να παράγει...

Ας μείνουμε, λοιπόν, στο περιβάλλον. Οι συριζαίοι συστηματικά πολεμούν τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα φωτοβολταϊκά βιάζουν το τοπίο, οι ανεμογεννήτριες απειλούν μπούφους και τσαλαπετεινούς, και πάει λέγοντας. Την ίδια στιγμή η πολύπαθη ΔΕΗ εξορύσσει λιγνίτη, πανάκριβα και με συνέπειες ολέθριες: χωριά ολόκληρα θάβονται στο χώμα. Οι μπούφοι της Εύβοιας προφανώς αξιολογούνται ως σημαντικότεροι από τα σπίτια στα χωριά περί την Πτολεμαΐδα. Εκεί η προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα -χωρίς πολλές κουβέντες ή αριστερίστικα δάκρυα. 

Όσο για τους υδρογονάνθρακες, που (μην ξεχνιόμαστε) αποτελούν τον αστείρευτο πλούτο της χώρας, αυτόν που εποφθαλμιούν οι ξένοι και μας έριξαν στα μνημόνια, ας πάρουμε μια γεύση περί του τι συνέπειες μπορεί να έχει η εξόρυξή τους. Ένα διερχόμενο πετρελαιοφόρο ναυάγησε και έχει πνιγεί στην πίσσα ο Πειραιάς. Φαντάζομαι ότι τα ψάρια και οι γλάροι του Αιγαίου και του Ιονίου έχουν ίδια ανάγκη προστασίας με τους μπούφους της Εύβοιας. Δεν είναι δα άνθρωποι, που δεν μας νοιάζει αν θα έχουν να φάνε ή αν πεθαίνουν από καρκίνο.

Δεν έχει νόημα περαιτέρω απαρίθμηση παραδειγμάτων. Είναι πασιφανές ότι δεν υπάρχει σοβαρή περιβαλλοντική και ενεργειακή πολιτική. Σε κάθε απόπειρα αξιοποίησης του φυσικού πλούτου υπάρχει παρέμβαση και, άρα, περιβαλλοντική επιβάρυνση. Αυτό είναι δεδομένο. Κάθε λογικός άνθρωπος θα έμπαινε σε αναπόφευκτο ζύγι μεταξύ οφέλους και πιθανής ζημίας. Προφανώς η επιβάρυνση του οικιστικού τοπίου μίας ακατοίκητης περιοχής από ανεμογεννήτριες δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως σοβαρότερη από την πρόκληση καρκίνου στην Πτολεμαΐδα. Σε κάποια άλλη χώρα, φυσικά.

Γενικά, πάντως ο Τσίπρας δεν μοιάζει να ενοχλείται από τον καρκίνο. Η πρώτη επιλογή του για επίσκεψη ήταν η Παπαστράτος, παρακλάδι πολυεθνικής που εμπορεύεται τη νούμερο ένα αιτία θανάτου και νοσηρότητας στον σύγχρονο κόσμο: το τσιγάρο, αιτία καρκίνων, καρδιοπαθειών, πνευμονοπαθειών και εγκεφαλικών επεισοδίων. Κάποιοι ενοχλήθηκαν από το γεγονός ότι η εταιρεία ανήκει στο ξένο κεφάλαιο, αλλά κανένας από το αντικείμενο των εργασιών της. Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, να ψηφίζουμε αντικαπνιστικούς νόμους, ενώ ο Πρωθυπουργός της χώρας επιλέγει το εμπόριο καπνικών ως παράδειγμα υγιούς επιχειρηματικότητας, από αυτές που επιθυμεί να προσελκύσει.

Κλείνοντας, διότι είναι τόσο γελοία η ιστορία που θα έπρεπε να μιλάει κανείς για ώρες, τα πράγματα είναι απλά. Αν το περιβάλλον απειλείτο τόσο, οι συριζαίοι θα είχαν τελειώσει την υπόθεση εδώ και δύο χρόνια. Αντιθέτως, κρατούν απλά καθυστέρηση, αφήνοντας την αναπόφευκτη αδειοδότηση για τον επόμενο. Έτσι σε ένα-δυο χρόνια θα τσιρίζουν και πάλι από την αντιπολίτευση, θα καίνε μηχανήματα και θα υποδαυλίζουν τοπικές αντιπαραθέσεις, ενώ πολιτικές καριέρες θα συνεχίσουν να υφίστανται ή θα γεννώνται στα μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής.

Αυτό που ξεπερνάει τα όρια του γελοίου είναι τα μαθήματα δημοκρατικής αγωγής προς την εταιρεία, περί εκβιασμού της Κυβέρνησης και νουθεσιών προς τον Πρωθυπουργό. Ας παραβλέψουμε ότι παίζονται τα χρήματα των επενδυτών από την αμφίβολης νομιμότητας τακτική της κυβέρνησης. Ας θυμηθούμε απλά ότι κανείς δεν ενοχλήθηκε όταν ο, επίδοξος νταβατζής της Βορείου Ελλάδος και με προφανείς δεσμούς με τον ΣυΡιζΑ, επιχειρηματίας μάς έδινε προ ολίγου καιρού οδηγίες περί του ποιον να ψηφίσουμε και προέβαινε σε προβλέψεις του εκλογικού αποτελέσματος, λέγοντας ότι ο Μητσοτάκης δεν θα γίνει ποτέ Πρωθυπουργός. Εκείνες οι παρεμβάσεις, βρώμικων μάλιστα, επιχειρηματικών συμφερόντων ήσαν, προφανέστατα, δημοκρατικότατες και ετύγχαναν, παλλαϊκής αποδοχής.

14/8/17

Η ηθική απενοχοποίηση των εννοιών

Πραγματικά μοιάζουν να έχουν στερέψει τα λόγια μπροστά στο κατάντημα του ιδεοληπτικού όχλου που η συγκυρία και η ανοησία του κόσμου έφερε στην εξουσία. Μία κανονικότατη χούντα έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα. Δεν δίνει, φυσικά, λογαριασμό σε κανέναν. Δεν υπολογίζει νόμους και κανόνες. Βομβαρδίζει καθημερινά με ξεδιάντροπα ψέματα, αδιαφορώντας για τον ηθικό αντίκτυπο. Ή, μήπως, γνωρίζοντας (και όχι ελπίζοντας) ότι υπάρχουν ακόμη ηλίθιοι να τα πιστεύουν;

Θα ήμασταν πολύ επικριτικοί με την Αντιπολίτευση, για την αδυναμία της να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά με τους κυβερνητικούς τραμπούκους. Αλλά δεν θα ήταν δίκαιο, για το επίπεδο πολιτικών που επιθυμούμε για τη χώρα. Δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος, σε επίπεδο εικόνας, για να αντιπαρατεθείς στο θράσος, στα ψέματα, στην προσβολή της νοημοσύνης, πεδία προνομιακά για τους φασίστες των Συριζανέλ. Και όσοι το επιχειρούν με κάποια επιτυχία, όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, δεν είναι του ύφους που επικροτούμε...

Ας μείνουμε, λοιπόν, στην ουσία. Το έχουμε επισημάνει πολλές φορές ότι η παραμονή της τσιπροπαρέας στην εξουσία θα αφήσει μόνιμα τραύματα στο σώμα της κοινωνίας μας. Η ζημιά τους δύσκολα θα αποκατασταθεί. Ένα, λοιπόν, έλασσον ζήτημα που προέκυψε, αλλά υποκρύπτει συγκεκριμένη στρατηγική (ναι, οι αριστεροί φασίστες ξέρουν μια χαρά να εκπονούν σχέδια προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις εμμονές τους -άλλο που χαρακτηρίζονται από το κύριο στοιχείο των κοινωνικών τους προσεγγίσεων, δηλαδή την απύθμενη ηλιθιότητα), είναι η κλήρωση για την επιλογή σημαιοφόρων.

Θα πει κανείς, τώρα που ξεφουσκώνει γιατί να επανέλθουμε; Και καλοκαιριάτικα; Μα, ακριβώς τώρα μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι υποκρύπτεται, που έχουν ειπωθεί όλα τα σχετικά. Υπάρχουν άλλα σημαντικότερα σε σχέση με την Παιδεία, αναμφίβολα. Αλλά τι π.χ. να πούμε για το άσυλο που δεν το έχουμε ήδη πει στη δεκαετία που υπάρχει το blog; Σε κάθε περίπτωση θα επανέλθουμε και με τα πιο "σοβαρά", όμως η κλήρωση δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστη.

Ειπώθηκε, σωστά, ότι, έτσι κι αλλιώς, σε μεγάλο βαθμό η κλήρωση προϋπήρχε, διότι σε κάθε τάξη υπήρχε πλήθος "αρίστων". Κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί να υπάρχει το πλήθος των αρίστων! Αφού μάς έπιασε ο πόνος για τη διαπαιδαγώγηση των μαθητών του Δημοτικού, που πρέπει να διδαχθούν ότι "η σημαία είναι για όλους, όχι για λίγους, της ελίτ", μήπως πρέπει να τούς εκπαιδεύσουμε καλύτερα για τη μετέπειτα ζωή τους; Μήπως, αντί να μοιράζονται δέκα σε όλα και σε όλους, πρέπει να αντιληφθούν ότι η ανταμοιβή έρχεται με προσπάθεια, και στον βαθμό που ο καθένας την αξίζει; Πρώτο επιχείρημα, σαθρό και αποκαλυπτικό μίας νοσηρής προσέγγισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, λοιπόν.

Δεύτερη ανοησία: τη σημαία τη σηκώνουν όλοι. Διόλου τυχαία υποστηρίχθηκε από τον υπουργό, ο οποίος δεν υπηρέτησε στον Στρατό. Αν είχε υπηρετήσει, θα ήξερε ότι τη σημαία δεν τη σηκώνουν όλοι. Όλοι (πρέπει να) την υπερασπίζονται, όλοι τη φέρουν σε μικρό μέγεθος στο μπράτσο, όλοι φέρουν και το εθνόσημο, αλλά δεν τη σηκώνουν όλοι. Σε κάθε περίπτωση αυτό μπορεί να λυθεί: στην επόμενη παρέλαση να μπορούν να παρελαύνουν όλα τα παιδάκια με μια σημαία το καθένα. Με την κλήρωση δεν σηκώνουν "όλοι" τη σημαία.

Το καλύτερο, όλων, βεβαίως είναι ότι η σημαία δεν μπορεί να αποτελέσει επιβράβευση. Αυτό είναι, βεβαίως, λάθος εξ υπαρχής. Η σημαία δεν είναι παράσημο, αλλά αποδίδεται σε ένδειξη τιμής. Δεν θα αναφερθώ στο τι γίνεται σε άλλες χώρες ή σε αθλητικές διοργανώσεις όπως οι Ολυμπιακοί. Θα μνημονεύσω την απόδοση της σημαίας σε συγγενείς θανόντων εν ώρα καθήκοντος. Εκεί είναι βραβείο, τάχα, η σημαία; Και βέβαια όχι. Πώς, λοιπόν, βρεθήκαμε να μοιράζουμε σημαίες ως επιβράβευση;

Πολύ απλά: δεν βρεθήκαμε. Η απόδοση της σημαίας στους συγγενείς του νεκρού στην υπηρεσία της πατρίδος δεν αποτελεί επιβράβευση, αλλά αναγνώριση της προσφοράς στην πατρίδα. Ομοίως, η απόδοση στον "καλύτερο", μαθητή, αθλητή ή ο,τιδήποτε άλλο, αποτελεί απαίτηση, υποθήκη και υπόσχεση. Ποτέ δεν ήταν βραβείο. Η πατρίδα δεν επιβραβεύει διά της σημαίας, αλλά απαιτεί. Απαιτεί αγώνα για τον λαό και τη χώρα -σε οποιοδήποτε πεδίο, στην Επιστήμη, την Τέχνη, τον Αθλητισμό ή, τελικά, το πεδίο της μάχης. Και η μεγαλύτερη απαίτηση, διά της προσωρινής απόδοσης της σημαίας, απευθύνεται προς τους πιο ικανούς. Τους άριστους, στον τομέα τους.

Πράγματι δεν είναι βραβείο, λοιπόν, η σημαία. Είναι ευθύνη. Οι περισσότεροι μαθητές, άλλωστε, δεν τη βλέπουν ως βραβείο και μάλλον δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερα τις παρελάσεις και τα τοιαύτα. Υποχρέωση βγάζουν, ίσως "ποινήν να εκτίουν" που θα έλεγε και ο Βύρων Πολύδωρας, και σε ενδεχόμενη κατάργηση των παρελάσεων είναι αμφίβολο αν θα εκφράσουν ιδιαίτερη διαμαρτυρία -αυθόρμητη, τουλάχιστον.

Δεν είναι άσχετη η κατάργηση των παρελάσεων με το ζήτημα, και κακώς κάποιοι έψεξαν τον ΣυΡιζΑ ότι, τάχα, ξέχασε το θέμα. Απλά το έφερε από το παράθυρο. Άποψη μας ότι οι παρελάσεις δεν εξυπηρετούν τον σκοπό τους. Επομένως, όπως διεξάγονται αυτήν τη στιγμή, δεν έχει νόημα η συνέχισή τους. Αποτελούν τιμή στη μνήμη κάποιων; Κρατούν ζωντανή την ιστορική μνήμη; Επιδρούν θετικά, δηλαδή ενωτικά (το αντίθετο από ό,τι θέλει ο Τσίπρας) στο κοινωνικό σύνολο; Όχι βέβαια. Θα ήταν, λοιπόν, προτιμότερο να βρούμε μέσα εξυπηρέτησης των  παραπάνω στόχων, και αν οι παρελάσεις με κάποια μορφή είναι το κατάλληλο, τότε, ναι, θα έχει νόημα η διατήρησή τους. Έτσι όπως διεξάγονται σήμερα δεν εξυπηρετούν τίποτε άλλο παρά τα χάπενινγκ των δεξιών και αριστερών φασισταριών.

Ποιο είναι, λοιπόν, το σχέδιο των συριζαίων; Η "ηθική απενοχοποίηση των εννοιών", όπως είπε και κάποιο δημοσιογραφικό φερέφωνο της κυβέρνησης. Με απλά λόγια, η απαξίωση. Δεν μπορείς να καταργήσεις κάτι που έχει νόημα για την πλειοψηφία. Η σημαία έχει ένα συγκεκριμένο νόημα για τον λαό μας, είτε, εσφαλμένα, ως επιβράβευση είτε, ορθότερα, ως ευθύνη. Αν έχει όμως προηγηθεί η πλήρης απαξίωση, γρήγορα-γρήγορα οι διαδικασίες, οι έννοιες και τα σύμβολα στερούνται νοήματος και καταντούν ακριβώς όπως οι παρελάσεις. Ανούσια κατάλοιπα άλλων εποχών. Αν η σημαία αποδίδεται με κλήρωση η όλη διαδικασία δεν έχει κανένα νόημα, τόσο απλά.

Σε όλους τους τομείς η κυβέρνηση επιδίδεται στον "αγώνα" της απαξίωσης: αθλητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων -με μόνο κριτήριο το αν είναι ή όχι φιλικοί προς αυτήν. Και ο αγώνας αυτός θα συνεχισθεί. Μαζί με τον κατήφορο της χώρας και της κοινωνίας, που γέμιζε "αυθόρμητα" πλατείες από αγανάκτηση για τις "χούντες" Παπαδήμου και Παπανδρέου, αλλά τώρα απολαμβάνει δημοκρατία.

29/5/17

Ο μόνος μεγάλος


Η απώλεια του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν μπορεί παρά να πλημμύρισε με συγκίνηση και νοσταλγία κάθε λογικό Έλληνα.

Σε σχέση με αυτό το "λογικό": μέχρι και χθες, ακόμη, κυκλοφορούσαν τα γνωστά ανόητα αστειάκια περί γκαντεμιάς και οι βλακώδεις κακίες για την ηλικία του, στο διαδίκτυο. Θα ήθελα να μάθω, επιτέλους, ποιος ήταν ο γουρλής Πρωθυπουργός μας. Μήπως ήταν ο Ανδρέας; Μήπως ο Κωστάκης Καραμανλής; Ή τάχα βιώνουμε σήμερα την ευδαιμονία επί Τσίπρα; Και αυτά για έναν άνθρωπο που έζησε σχεδόν έναν αιώνα και γνώρισε πολλά δισέγγονα μέσα σε μία δεμένη οικογένεια.

Αν αφήσουμε στην άκρη την παροιμιώδη, και σε έξαρση τα τελευταία χρόνια, ελληνική ανοησία, θα σταθώ τώρα στη νοσταλγία. Όποιος παρακολουθεί με στοιχειώδη νηφαλιότητα τα πολιτικά πράγματα του τόπου πρώτα αυτό πρέπει να αισθανθεί -και όχι με την έννοια της αναπόλησης του παρελθόντος. Με την έννοια της οδυνηρής διαπίστωσης ότι Πολιτικοί σαν τον Μητσοτάκη υπήρξαν ελάχιστοι, και δεν έχει πλέον απομείνει κανένας.

Στα ανόητα σχόλια για την ηλικία του εκλιπόντος, πάντα απαντούσα ότι θα πεθάνει όταν δικαιωθεί απόλυτα και στην τελευταία λεξούλα της πολιτικής του. Τελικά έζησε και μερικά χρόνια παραπάνω.

Σήμερα η πολιτική του Μητσοτάκη έχει δικαιωθεί απόλυτα, και αυτό αρνούνται μόνο ολίγοι εξαιρετικά στενοκέφαλοι στα όρια της ανοησίας.

Να μιλήσει κανείς στο οικονομικό πεδίο; Τι να πούμε; Πόσες φορές δεν προειδοποίησε για την επερχόμενη χρεοκοπία; Πόσες φορές δεν υποστήριξε τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και δεν στηλίτευσε την πολιτική δανεισμών;

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής; Ειρωνικά, ίσως, η μεγαλύτερη δικαίωσή του ήταν το περίφημο "σε 10 χρόνια το μακεδονικό θα έχει ξεχαστεί", που οι ανιστόρητες προσεγγίσεις ορισμένων απομόνωσαν από το τότε περιβάλλον. Τελικά, το θέμα πράγματι ξεχάστηκε, η χώρα, αφού δαπάνησε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο, εθελοτυφλεί παριστάνοντας ότι δεν ακούει το "Μακεδονία" στα διάφορα fora και η λύση που τότε απορρίφθηκε ως ενδοτική φαντάζει σήμερα άπιαστος στόχος.

Όμως, και στο κοινωνικό πεδίο είναι κανείς υποχρεωμένος να σταθεί. Το γνωστό παραμύθι της "αναλγησίας" ακουγόταν πριν κάθε μεγάλη μεταρρύθμιση. Ας έχουν κάποιοι υπόψιν τι ακολούθησε με τον ορυμαγδό των μνημονίων, και τι θα μπορούσε να αποφευχθεί με ηπιότερες παρεμβάσεις, αλλά στον ορθό χρόνο.

Οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις είναι χρήσιμο εργαλείο πολιτικής, αλλά πρόβλημα αξεπέραστο αν ταυτιστούν με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο Μητσοτάκης κατηγορήθηκε για την αποτυχία του να περάσει επικοινωνιακά τις πτυχές της πολιτικής του. Με απλά λόγια, κατηγορήθηκε διότι επεδίωκε αποτέλεσμα, διότι υπήρξε ειλικρινής στα όρια της ωμότητας και, κυρίως, διότι είχε δίκαιο...

Την πλήρη αξιολόγηση της πολιτικής του, και των λαθών του, δεν είμαι άξιος να κάνω. Θα το αναλάβουν πλέον οι ιστορικοί. Αναμφίβολα υπήρξε μία εμβληματική φυσιογνωμία του τόπου και έντονη προσωπικότητα. Το γεγονός ότι ενοχλούσε κάποιους μέχρι και σήμερα, υπέργηρος και ασθενής, αποδεικνύει αναντίρρητα ότι, αν μη τι άλλο, δεν μπορούσε κανείς να τον προσπεράσει με αδιαφορία.

Ίσως αυτός να είναι και ο χρησιμότερος ρόλος ενός πολιτικού: να προκαλεί τον πολίτη να σκεφθεί, να προβληματισθεί. Ας κάνει κανείς μία σύγκριση με το σημερινό πολιτικό προσωπικό. Κατά την ταπεινή γνώμη μου, υπήρξε ο μεγαλύτερος πολιτικός στη μεταπολεμική Ιστορία του τόπου. Ίσως και ο μόνος πραγματικά μεγάλος.

Αιωνία του η μνήμη και συλλυπητήρια στην οικογένειά του, αλλά, κυρίως, σε κάθε φιλόπατριν Έλληνα.

23/11/16

Για τον Πρόεδρο "της καρδιάς μας"...

Ο αποθανών δεδικαίωται; Ή μήπως είναι μεγαλύτερη ασέβεια προς οποιονδήποτε εκλιπόντα, και ειδικότερα αν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο, να αγνοήσουμε τις επιλογές και αποφάσεις του εν ζωή στην προσπάθεια να βρούμε λόγο παρηγορίας και συμπάθειας; Ειδικά επιλογές και αποφάσεις που ουδέποτε αποκήρυξε ή αναγνώρισε ως εσφαλμένες.

Ο Κωστής Στεφανόπουλος απεβίωσε πρόσφατα και, ανεξάρτητα από τα αισθήματα καθενός εναντί του, το τέλος της ζωής του προκάλεσε δίκαια συγκίνηση. Η προσπάθεια αγιοποίησής του, ωστόσο, από το σύνολο μάλιστα των ΜΜΕ δεν επιτρέπεται να περάσει ασχολίαστη.

Ο θανών υπήρξε αποτυχημένος σε όλες τις μεγάλες επιλογές του. Παρότι χρημάτισε βουλευτής και υπουργός είναι αδύνατον να κατονομάσει κανείς έστω και μία στιγμή που η δημόσια δράση του να υπήρξε αξιοσημείωτη.

Ο Στεφανόπουλος διέσπασε το κόμμα του, κόμμα την ηγεσία του οποίου διεκδίκησε, και όχι μόνο μία φορά. Αποσκίρτησε, μάλιστα, αφού είχε πρώτα εξασφαλίσει τη βουλευτική επανεκλογή του υπό τη σκέπη της ΝΔ. Δεν είναι κακό στην πολιτική κανείς να είναι αρχομανής και φιλόδοξος. Αυτές οι δύο ιδιότητες, ωστόσο, δεν μπορούν να απουσιάζουν από μία αντικειμενική αξιολόγηση της πολιτείας του.

Εν συνεχεία συνέβαλε σκανδαλωδώς στη διατήρηση στην εξουσία ενός ημιθανούς Πρωθυπουργού, του Ανδρέα Παπανδρέου, στερώντας σε συμπαιγνία με τον Σαμαρά την ανάδειξη της παράταξής "τους" στην εξουσία. Η έλλειψη παραταξιακής συνείδησης δεν είναι πάντοτε μειονέκτημα, ωστόσο είναι εξαιρετικά δύσκολο να αγνοήσει κανείς τόσο τα ιδιοτελή κίνητρα, όσο και την ιδεολογική ασυνέπεια των δύο "διασπαστών" της εποχής, όταν έπαιξαν το παιχνίδι του μέχρι πρότινος αντιπάλου τους.

Και αν τα παραπάνω είναι παλιά και τα πάθη σιγά-σιγά ατόνησαν, φτάνουμε στην πιο υμνημένη περίοδο του Στεφανόπουλου. Τη δεκαετή Προεδρία της Δημοκρατίας.

Επί 10 χρόνια ο Στεφανόπουλος πράγματι περιόδευσε ανά την επικράτεια, μόνο που οι δημόσιες παρεμβάσεις του έβριθαν ανούσιων κοινοτυπιών -έστω και ρητορικά διατυπωμένων. Στην εποχή της διαφθοράς και της απατηλής ευμάρειας, ο θανών δεν βρήκε ούτε στιγμή λόγο, ουσιαστικό λόγο, για να στηλιτεύσει τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων και τη δηλητηρίαση της κοινωνίας από τον πόθο της πολυτέλειας και του κέρδους με κάθε μέσον.

Κατά, δε, την ταπεινή μου γνώμη, οι δύο "κορυφαίες" παρεμβάσεις του, κατά τους αγιογράφους του, υπήρξαν από τις χειρότερες στιγμές της Πολιτείας μας.

Ο λόγος υποδοχής του τότε Προέδρου των ΗΠΑ, Κλίντον, υπήρξε και πάλι μνημείο κοινοτυπιών και ανουσιοτήτων. Καμία διεθνής ανταπόκριση δεν κατεγράφη, ούτε τότε, ούτε ποτέ. Ο Κλίντον άκουγε βαριεστημένα και χαζογελώντας, και ίσως πρέπει να ερωτηθεί αν θυμάται καν το στιγμιότυπο ή αν άκουσε ή διάβασε έστω μέρος της, τάχα ιστορικής, ομιλίας Στεφανόπουλου, και δε χάζευε απλά το μενού.

Η συνέχεια όμως που επεφύλασσε η χώρα στον "ιστορικό" λόγο άγγιζε τα όρια του γελοίου. Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο εντάχθηκε στη διδακτέα ύλη του μαθήματος Λογοτεχνίας του Λυκείου, και όταν, κάποτε, αφαιρέθηκε από την εξεταστέα ύλη, ασκήθηκε κριτική στο υπουργείο! Πού μπορεί να φτάσει ο εθνικός μας αυτισμός...

Η, δε, περίφημη παρέμβαση για το θέμα Τσενάι κληροδότησε στη χώρα την πιο ανιστόρητη παραποίηση των λόγων του Ισοκράτους, αλλά και μία απόδειξη ότι, εκτός από τις ηχηρές μειοψηφίες που καταργούν νόμους στα πεζοδρόμια, στη χώρα μας η δημοσιογραφική και πολιτική ελίτ μπορεί να τους καταργήσει σε ένα βράδυ, με μία κουβέντα μπρος στις κάμερες. Και αν αναρωτηθεί κανείς αν ένας άδικος ή εσφαλμένος νόμος (γιατί ο νόμος, και όχι κάποιος ρατσιστής λυκειάρχης, δεν επέτρεπε να παρελάσει με τη σημαία αλλοδαπός) υπερέχει του κοινού περί δικαίου αισθήματος, ας αναρωτηθεί πρώτα γιατί ο νεαρός μαθητής και η οικογένειά του δεν είχαν εκφράσει καμία επιθυμία να λάβει την υπηκόοτητα, σε μία περίοδο αφειδών ελληνοποίησεων, μάλιστα. Ίσως γιατί δεν τον ενδιέφερε να λέγεται Έλληνας, όπως κάθε δικαίωμα είχε;

Ο άλαλος Πρόεδρος υπήρξε αρχομανής, ασυνεπής, υπέρμετρα φιλόδοξος, εστερείτο διορατικότητας και απέτυχε σε κάθε μείζονα πολιτική επιλογή του. Ένα πολιτικό παίγνιο τον έφερε στη θέση του ανωτάτου πολιτειακού άρχοντος. Ήταν αναμφίβολα ένας άνθρωπος ευπρεπής και σοβαρός, που δεν προκάλεσε το δημόσιο αίσθημα (όπως προηγουμένως ο Σαρτζετάκης), αλλά δεν αντιλαμβάνομαι σε τι υπερείχε π.χ. του διαδόχου του. Μήπως ο Κάρολος Παπούλιας υστερούσε σε σοβαρότητα ή σε επάρκεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του; Ο πρώτος υμνείται. Ο δεύτερος κατηγορείται γιατί δεν παραβίασε το Σύνταγμα και υπέγραψε τα μνημόνια...

Έχω αναρωτηθεί τι είναι αυτό που καθιστά τον Στεφανόπουλο τόσο συμπαθή σε ΜΜΕ και κοινό. Ίσως αποτελεί σύμβολο της "καλής" εποχής, της εποχής της άνεσης, που ακόμα δεν έχουμε αντιληφθεί ότι είναι η πηγή της χρεοκοπίας του σήμερα. Ίσως ήταν μία εμβληματική φιγούρα σε μία περίοδο αλλαγής πολιτικής φρουράς, με την απόσυρση από το προσκήνιο ή την εκδημία των μέχρι τότε πρωταγωνιστών, μετατρεπόμενος έτσι σε σύμβολο "ανανέωσης". Μπορεί απλά να φιλοτέχνησε με προσοχή το προφίλ του και να είχε καλές δημόσιες σχέσεις.

Αν όμως το μόνο προσόν του εκλιπόντος ήταν η σοβαρότητα, ίσως τελικά αυτό να αναπολούμε: τη σοβαρότητα, που επίσης έχει εκλείψει από τον δημόσιο βίο. Μόνο που πολιτικές επιλογές και του θανόντος συνέβαλαν, όχι κυρίαρχα αλλά συνέβαλαν, στο σημερινό κατάντημα.