27/10/07

Άσυλο ανιάτων (2)

Παρακάμπτω το εορταστικό κλίμα των ημερών και επανέρχομαι, όπως είχα υποσχεθεί προ μηνών, στο θέμα του Πανεπιστημιακού Ασύλου. Καθώς οι καταλήψεις των Πανεπιστημίων είναι και πάλι προ των πυλών (με προάγγελο τα όσα ήδη γίνονται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση), θεωρώ φρόνιμο να εκθέσω τον προβληματισμό μου σε σχέση με τη διατήρηση αυτού του νομοθετήματος, που μόνο δυσλειτουργίες προκαλεί στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Θα επαναλάβω το αυτονόητο: σε αντίθεση με τους προοδευτικούς κύκλους δε διεκδικώ το παπικό προνόμιο του αλαθήτου. Και ένας ώριμος διάλογος, μεστός θέσεων και επιχειρημάτων, μόνο οφέλη θα μπορούσε να προσφέρει, ακόμη και αν δεν οδηγούσε σε θέσεις ομοφωνίας.

Ξεκινώ από το επίκαιρο, τις καταλήψεις. Η κατάληψη δεν αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα. Είναι αντίθετη με τους νόμους και συνεπώς πρόκειται για αστειότητα το να επικαλείται κανείς τους νόμους κατά τη διάρκειά της. Άρα, όποιος υποστηρίζει το δικαίωμα στην κατάληψη εις το όνομα του Ασύλου αντιφάσκει. Και το Άσυλο αποτελεί νόμο του Κράτους, όπως και οι νόμοι που απαγορεύουν την κατάληψη δημοσίων κτιρίων. Οι νόμοι δεν ισχύουν επιλεκτικά, η τήρησή τους είναι υποχρεωτική. Από εκεί και πέρα ο δημόσιος διάλογος για τυχόν αναθεώρησή τους είναι επιβεβλημένος για κάθε ενεργό δημοκράτη.

Για ποιον λόγο υπάρχει το Πανεπιστημιακό Άσυλο; Η ερώτηση φαντάζει απλοϊκή και η απάντηση έρχεται σχεδόν αυτόματα: το Άσυλο κατοχυρώνει την ελευθερία του λόγου και της σκέψης και προστατεύει τη Δημοκρατία (τίποτα από όλα αυτά δεν γίνονται με τις σχολές υπό κατάληψη, τέλος πάντων).

Η παραπάνω γνωστή και χιλιοειπωμένη θέση δεν αποτελεί επιχείρημα, παρά μόνο ένα, όχι ιδιαίτερα γοητευτικό, σύνθημα. Δεν αρκεί η επίκληση της προστασίας ενός αγαθού. Πρέπει να προσδιορισθεί αρχικά αν απειλείται, από ποιον απειλείται, με ποιον τρόπο απειλείται και γιατί δεν μπορεί να αυτοπροστατευθεί και χρειάζεται ειδική νομική κάλυψη.

Απειλείται λοιπόν η Δημοκρατία; Απειλείται η ελεύθερη σκέψη;

Αν όχι, αυτό το ιδιότυπο καθεστώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Αν ναι, ας προχωρήσουμε στο δεύτερο: η ελεύθερη σκέψη απειλείται από ένα ανίκανο Κράτος και μία παραπαίουσα Αστυνομία; Όταν κάποιος κρεμά αυταρχικά ένα λουκέτο στον υποτιθέμενο Ναό της Γνώσης και κυριολεκτικά φιμώνει όλους τους διαφωνούντες, πώς είναι δυνατόν να το πράττει εις το όνομα της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας;

Εδώ κρύβεται μία πολύ ύπουλη παγίδα. Είναι η δικτατορία της δημοκρατικής πλειοψηφίας: οι μαθητές και οι φοιτητές ψηφίζουν. Δεν εξετάζω αν νοιάζονται για μια καλύτερη Παιδεία (με κλειστά τα σχολειά!) ή για να αράξουνε και να κοπροσκυλιάσουνε, αυτό ανάλογα με τις παραστάσεις του ας το κρίνει ο καθένας. Η ουσία είναι άλλη: σε ορισμένα ζητήματα δεν χωρούν ψηφοφορίες, ειδικά όταν εμπλέκεται η παραβίαση των νόμων. Δεν έχει λοιπόν καμία σημασία το αν θα νομιμοποιηθεί μια κατάληψη μέσω μιας κατ' επίφασιν δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεως. Η ίδια η διαδικασία ευθύς εξ αρχής είναι αντιδημοκρατική, εφόσον τίθεται το ερώτημα της παραβίασης των νόμων. Αύριο μπορεί να ψηφίσουν κάτι άλλο: την "απαλλοτρίωση" μίας τράπεζας υπέρ των αδυνάτων (των ιδίων δηλαδή) ή την εξόντωση (ηθική ή βιολογική) ενός "φασίστα". Τι θα σημαίνει αυτό; Ότι επειδή 100 ή 2000 ή όσοι άλλοι ψήφισαν η απόφαση είναι και δημοκρατική;

Τα όποια κρούσματα αστυνομικής βίας, διογκωμένα ή μη -δεν έχει σημασία, περισσότερα ή λιγότερα από ό,τι στο εξωτερικό -δεν έχει σημασία, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία. Τα κρούσματα βίας διαδηλωτών εναντίον αστυνομικών ή απλών πολιτών και οι βανδαλισμοί των περιουσιών τους είναι και περισσότερα και περισσότερο επικίνδυνα, διότι κανένας δε θα βρεθεί να μιλήσει για φοιτητικό αυταρχισμό ή φασιστική νοοτροπία των αναρχικών ή για κατάλοιπα της Δεξιάς και αυγά του φιδιού κάθε φορά που το κέντρο των μεγάλων πόλεων γίνεται ρημαδιό. Αντίθετα, πολλοί (Συριζικοί κατά κανόνα, διότι το ΚΚΕ, προς τιμήν του, ελέγχει άψογα τις εκδηλώσεις του) εμφανίζονται προς υποστήριξη της "γενιάς του 16"...

Και δε νομίζω πως σοβαρά πιστεύει κανείς ότι το Κράτος θα παρεμβαίνει και τόσο καθοριστικά στη διδασκαλία, σε πιθανή κατάργηση του Ασύλου. Εάν πράγματι το επιθυμούσε, το ισχύον καθεστώς επιλογής των ακαδημαϊκών δασκάλων είναι ό,τι ακριβώς του χρειάζεται. Οι βρώμικες διαδικασίες επιλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ, η μετατροπή των επιστημόνων σε δεσμίους των συναδέλφων τους και ο ανεξέλεγκτος κομματισμός επιτρέπουν την επιλογή των εκάστοτε αρεστών. Μηδενική προστασία προσφέρει το περίφημο Άσυλο και σε αυτό το ζήτημα.

Ποιος λοιπόν απειλεί περισσότερο τις ακαδημαϊκές ελευθερίες από τους αυτόκλητους υπερασπιστές τους; Με ποιον τρόπο, αν όχι με τις μεθόδους τους; Και γιατί η επιβολή αυτού του αισχρού νομικού καθεστώτος που μετατρέπει τα ΑΕΙ και ΤΕΙ σε εκτός νόμου νησίδες κρίνεται ως η μόνη κατάλληλη;

Ας εξετάσουμε όμως τον πυρήνα της υπόθεσης. Στην Ελλάδα κανένας νόμος δεν επιτρέπει τη δίωξη για λόγους ιδεολογικούς. Νομικά κατοχυρωμένη ποινικοποίηση της σκέψης δεν προβλέπεται από πουθενά. Αντιθέτως.

Το ίδιο το Σύνταγμα, ο ύψιστος ρυθμιστικός κανόνας κάθε ευνομούμενης πολιτείας, κατοχυρώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τις ατομικές ελευθερίες. Όλοι οι Έλληνες αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους, συμμετέχουν στην κοινωνική και πολιτική ζωή και απολαμβάνουν απόλυτης προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση πολιτικών πεποιθήσεων (άρ. 5, παρ. 1 & 2). Και μόνη λοιπόν η ανάγνωση του Ελληνικού Συντάγματος δημιουργεί ένα νομικό και ένα λογικό παράδοξο:
  • Νομικά κάτι που ούτως ή άλλως προβλέπεται από το Σύνταγμα δεν έχει νόημα να επαναλαμβάνεται επό νομοθέτημα ελάσσονος ισχύος. Το Άσυλο δεν αποτελεί διευκρινιστικό ή εκτελεστικό νόμο του Συντάγματος, άλλωστε δεν αναφέρεται ότι οι ελευθερίες προστατεύονται "όπως νόμος ορίζει". Τουναντίον, το Άσυλο οδηγεί θεωρητικά και πρακτικά σε καταστρατήγηση του Συντάγματος (για να φέρω το ελάχιστο παράδειγμα, όταν οι φοιτητικές συνελεύσεις διεξάγονται με λοστούς, ενώ οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα του "συνέρχεσθαι αόπλως"...)
  • Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο. Αφού ούτως ή άλλως κάθε ιδεολογικός διωγμός και ποινικοποίηση της σκέψης είναι de facto παράνομη, όποιος προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες παρανομεί. Αφού δε σέβεται έτσι κι αλλιώς τους νόμους και μάλιστα το Σύνταγμα, τι θα τον εμποδίσει να παραβιάσει και το Άσυλο, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από απλό νόμο του Κράτους; Άρα η διά ετέρου νόμου κάλυψη είναι ανεπαρκής! Αν η "Εξουσία" ή όποιος άλλος ήθελε να ελέγξει τα Πανεπιστήμια σε τι θα τον εμπόδιζε το Άσυλο;
Ωστόσο, τίθεται και ένα άλλο ερώτημα. Σε μία ελεύθερη χώρα η άφοβη διατύπωση άποψης είναι αυτονόητη. Το ότι ο χώρος του Πανεπιστημίου, της μεταλαμπάδευσης της γνώσης, της ανταλλαγής και ώσμωσης ιδεών, της διαμόρφωσης συνείδησης και κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας είναι ξεχωριστός είναι και αυτό αυτονόητο. Ωστόσο, ποιος είναι τελικά εκείνος ο χώρος που δεν εξυπηρετεί την ανταλλαγή ιδεών; Η συνέχεια ποια θα είναι; Θα αναστέλλεται η ισχύς των νόμων όποτε συζητούν πολιτικά δύο άνθρωποι; Γιατί χρήζει ιδιαίτερου καθεστώτος το Πανεπίστημιο και όχι π.χ. οι παρακείμενες καφετέριες, όπου οι φοιτητές και περισσότερο χρόνο σπαταλούν και περισσότερα συζητούν; Με την ίδια λογική, γιατί να μη βρίσκεται εκτός νόμων ολόκληρη η χώρα, ώστε όλοι οι πολίτες να απολαμβάνουν των ιδίων -υποτίθεται- ελευθεριών; Μόνο οι απόψεις διαδασκάλων και διδασκομένων αξίζουν προστασίας; Όχι των υπολοίπων;

Πιθανώς να προσέξατε ότι δεν αναφέρθηκα εκτενώς στον τρόπο με τον οποίο το Άσυλο λειτουργεί στην πράξη. Εξέτασα θεωρητικά, και ολίγον νομικά, το θέμα σκόπιμα. Το ζήτημα για μένα είναι κυρίως θεωρητικό: είναι προσβλητικό για την ίδια τη Δημοκρατία μας, υποτιμητικό για όλους εμάς το να ομολογούμε πως χρειάζεται προστασία η ελευθερία και η σκέψη. Αυτά είναι πράγματα αυτονόητα για μία χώρα με εμπεδωμένη τη Δημοκρατία πολύ περισσότερο ακόμα και από όλες εκείνες τις υποτιθέμενες προοδευτικές χώρες της Δύσης. Το επονείδιστο αυτό νομοθέτημα πρέπει άμεσα να καταργηθεί -μεταξύ των άλλων και ως αποτυχημένο. Σε τίποτα δεν έχει προστατεύσει όλους εκείνους τους φοιτητές που μπήκαν στις σχολές για να σπουδάσουν από τα κομματικά στρατιωτάκια και τους τεμπέληδες συναδέλφους τους. Διότι κανείς φοιτητής που πραγματικά πονάει τις σπουδές του και που ενδιαφέρεται για την αξία του πτυχίου του δεν κλείνει τα Πανεπιστήμια.

Υπάρχει θέμα απειλής της ελευθερίας της σκέψης; Θα απαντήσω κατά κανόνα όχι, αλλά ενίοτε προκύπτει. Τι μένει να κάνουμε; Να εξυψώσουμε όσο περισσότερο μπορούμε το επίπεδο της Δημοκρατίας μας, όπως αυτό καθορίζεται από την ωριμότητα των πολιτών, τον ψύχραιμο και ρεαλιστικό κοινωνικό διάλογο, από το σεβασμό στην αντίθετη άποψη.

Σε όλα αυτά πρόβλημα και λύση είναι ένα: η Παιδεία. Μία καλύτερη κοινωνία δεν κατακτάται στα πεζοδρόμια, με πορείες, υστερικές κραυγές και επεισόδια. Δεν κατακτάται με κλειστά τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Όλα εναπόκεινται στα πνευματικά εφόδια που πρέπει να αποκτούν οι νέοι, κυρίως, πολίτες, και όχι στα γελοία αγωνιστικά παράσημα.

Μπορεί ο καθένας να κρίνει πια αν όσοι ομιλούν και πράττουν στο όνομα της δημοκρατίας και των ελευθεριών της τις υπηρετούν και τις προασπίζουν ή εγκληματούν σε βάρους τους.

26/10/07

Της Πατρίδος μου η Σημαία

Τα ήθη και τα έθιμα πρέπει να τηρούνται. Στολισμένο δένδρο τα Χριστούγεννα, σουβλισμένο αρνί το Πάσχα, φωτιές στο Πολυτεχνείο στις 17 Νοέμβρη, σοκολατάκια τον Φλεβάρη για τους ερωτευμένους, ΣΥΡΙΖΑ και Οδυσσέας Τσενάι για τις εορτές του Οκτωβρίου. Όπως κάθε χρόνο, με κουραστική συνέπεια, έτσι και φέτος, τα ΜΜΕ επαναλαμβάνουν τα ίδια θέματα. Όπως η τιμή της γαλοπούλας, πόσο πήγε η σχολική σάκα και οι κασετίνες, πόσοι περάσαν τα διόδια σε όλες τις εορταστικές εξόδους, έτσι και η κουβέντα γύρω από τη σκοπιμότητα των παρελάσεων και το αν πρέπει αλλοδαποί να σηκώνουν τη σημαία, με τους ίδιους κάθε χρόνο συνομιλητές να λένε τα ίδια πράγματα, δε θα μπορούσε να λείψει από τον τηλεοπτικό εορτασμό της επετείου του Όχι (το οποίο παρεμπιπτόντως είπε ο -κοιμώμενος- λαός, και όχι ο Μεταξάς, ή, κατά άλλη εκδοχή, είπε μεν ο Μεταξάς, αλλά "παρά τις μύχιες επιθυμίες του" σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία -διότι η αριστερή διανόηση θεωρεί προφανώς ότι ακόμη και ένας δικτάτορας δεν έχει δικαίωμα στον πατριωτισμό).

Δε θα ασχοληθώ με τη σκοπιμότητα των παρελάσεων. Η όλη συζήτηση είναι ανόητη. Με εξαίρεση ανθρώπους κινούμενους στον γνωστό ιδεολογικό χώρο, για τους περισσότερους, αν μη τι άλλο, οι παρελάσεις δεν αποτελούν πρόβλημα. Το αν εξυπηρετούν τον στόχο τους, αν αποτελούν τον καλύτερο τρόπο απόδοσης τιμής στους αγωνισθέντες και πεσόντες ή έχουν εκφυλισθεί σε ένα σχολικό πανηγυράκι είναι πράγματι ένα ζήτημα. Ωστόσο, οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης είναι επιβεβλημένες, ειδικά για ένα Έθνος με τόσο ένδοξο παρελθόν, αλλά τόσο προβληματικό παρόν και αβέβαιο μέλλον. Για την Ελλάδα, δυστυχώς, τα καλύτερα βρίσκονται πίσω. Εάν λησμονήσουμε και αυτά η εθνική κατάθλιψη θα είναι αναπόφευκτη. Και δεν μπορεί κανείς να θεωρεί τον εαυτό του δημοκράτη υπονομεύοντας τον εορτασμό του ενδόξου αγώνα απέναντι στο φασισμό.

Ας δούμε όμως τι προβλέπει ο νόμος για τους σημαιοφόρους... Ξεκάθαρα: πρέπει να είναι ελληνικής καταγωγής ή να έχουν ελληνική υπηκοότητα. Ο νόμος δεν έχει αλλάξει! Ο κ. Ευθυμίου, με την αλήστου μνήμης γραμμένη στο γόνατο υπουργική απόφασή του, έδωσε το δικαίωμα και σε αλλοδαπούς που διαμένουν δύο έτη στην Ελλάδα. Δε χρειάζεται κανείς να είναι νομικός για να καταλάβει ότι η υπουργική απόφαση αντίκειται προς την ισχύουσα νομοθεσία (ο νόμος είναι υπέρτερος...). Τόση φασαρία, αλλά το θέμα δεν έχει διευθετηθεί.

Η απορία, ωστόσο, είναι εύλογη: τι νόημα έχει η συμμετοχή στην παρέλαση ενός αλλοδαπού, ειδικά Αλβανού, αφού για τους Αλβανούς εγείρεται κυρίως η συζήτηση; Θα τιμήσουν τι ακριβώς, όταν οι πρόγονοί τους, για όποιον γνωρίζει τα στοιχειώδη, υπήρξαν εκ των πλέον αιμοσταγών συμμάχων των εχθρών μας; Αν ανατρέξει κανείς στην ίδια τη γένεση του αλβανικού κράτους θα εξαγάγει πολύ χρήσιμα συμπεράσματα, σε σχέση με το πώς και από ποιους επιβλήθηκε.

Άλλωστε, κάποια πράγματα είναι και απλά. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να υποχρεώσουμε έναν αλλοδαπό, έναν άνθρωπο που έχει στην καρδιά του μία άλλη πατρίδα (ανεξάρτητα από το αν και πόσο αγαπάει τη χώρα που τον φιλοξενεί), να παρελάσει με τη σημαία μας. Ούτε καν να τον θέσουμε ενώπιον ενός τέτοιου διλήμματος. Η μέριμνα του ισχύοντος νόμου μπορεί να λάβει και αυτήν την έννοια, να τον απαλλάξει δηλαδή από το βάρος μιας άρνησης, που πιθανόν να εκληφθεί και ως προσβολή στο σύμβολο ή ως συμπεριφορά περιφρονητική και να τού προκαλέσει πραγματικό πρόβλημα.

Πρέπει επιτέλους κάποια θέματα να τα ξεχωρίσουμε. Η παρέλαση δεν αποτελεί επιβράβευση σχολικής επίδοσης. Η επιβράβευση των μαθητών γίνεται με την απονομή των αριστείων και των βραβείων προόδου. Η απόδοση της σημαίας στον άριστο μαθητή της μεγαλύτερης τάξης κάθε σχολείου γίνεται κατά σύμβαση, ελλείψει άλλου αντικειμενικού κριτηρίου. Πρόκειται για δύο πράγματα ξέχωρα. Την επιβράβευση των κόπων ενός παιδιού που διαπρέπει σε μία ξένη χώρα δεν μπορεί να τη στερήσει κανείς.

Το επιχείρημα ότι "νιώθει Έλληνας, έχει την Ελλάδα στην καρδιά του, είναι τιμή του" κ.λπ. είναι απλά αυτοαναιρούμενο. Σε μία εποχή που η ελληνική υπηκοότητα κυριολεκτικά πουλιέται στα παζάρια, άνθρωποι που πληρούνε τα κριτήρια για να τους απονεμηθεί δεν αιτούνται της απόκτησής της. Αν νιώθουν Έλληνες ας γίνουν και με τη νομική βούλα. Αυτό δε συνιστά "προδοσία" προς την πατρίδα τους. Χιλιάδες άνθρωποι ανά την υφήλιο για νομικούς καθαρά λόγους έχουν διπλή υπηκοότητα. Τι αποτελεί μεγαλύτερη "θυσία", μια γραφειοκρατική διαδικασία ή η παρέλαση με το έμβλημα ενός άλλου έθνους;

Η αισχρότερη ωστόσο πλάνη είναι η περίφημη ρήση "Έλληνες είναι οι μετέχοντες της ημετέρας παιδεύσεως". Αν ακούσετε ανάμεσα στα χώματα κάτι να τρίζει θα είναι τα κόκαλα του Ισοκράτους. Ως δώρο λοιπόν εν όψει της εθνικής επετείου, τελειώνω με ολόκληρο το απόσπασμα υπ' αριθμόν 50 από τον "Πανηγυρικό":

«Τοσούτον δ' απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ' οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Ελληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας»

Η μεταγραφή στη νεοελληνική του κειμένου απαιτεί γνώσεις πρώτης Λυκείου, τέλος πάντων:

«Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τους άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων και κατόρθωσε (η πολιτεία μας) ώστε το όνομα των Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον της καταγωγής, αλλά της πνευματικής ανύψωσης, και να ονομάζονται Ελληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή»
(Ισοκράτους Λόγοι, Πανηγυρικός, Μτφρ. Α. Μ. Γεωργαντοπούλου, Εκδόσεις Ιωάν. & Π. Ζαχαρόπουλος, 1940)

Το κείμενο είναι σαφές. Αναφέρεται στην πνευματική ανωτερότητα των Αθηναίων έναντι των άλλων Ελλήνων. Δηλαδή, όχι μόνο δεν προκύπτει από πουθενά ότι όποιος λαμβάνει ελληνική παιδεία γίνεται και Έλληνας, αλλά εν ολίγοις μάλλον προκύπτει το ανάποδο: ότι δεν αρκεί η ελληνική καταγωγή, αλλά απαιτείται και η αθηναϊκή παιδεία! Πρόκειται για ένα κείμενο εξόχως τοπικιστικό, αν το αναγάγουμε στην εποχή του. Καλοί Έλληνες οι Αθηναίοι, ανώτεροι και καλλιεργημένοι, κακοί οι υπόλοιποι.

Πώς θα μπορούσε άραγε να έλεγε αυτό που τού αποδίδεται, σε μία κοινωνία όπου οι αλλοδαποί γίνονταν δούλοι ή, στην καλύτερη περίπτωση, απλά ανεκτοί με περιορισμένα δικαιώματα;

Πρέπει να ανατρέχουμε συνέχεια στη αρχαία ελληνική γραμματεία και να πορευόμαστε με βάση όσα ελέχθησαν αιώνες πριν; Είναι σκόπιμο να λειτουργεί έτσι μία σύγχρονη κοινωνία; Αυτό και μόνο δείχνει πόσο φτωχοί είμαστε πνευματικά οι Νεοέλληνες. Εάν όμως θέλουμε να επικαλούμαστε τους προγόνους μας ας καταλαβαίνουμε τι διαβάζουμε, αντί να κόβουμε, να ράβουμε και να αποχωρίζουμε τα κείμενα από τον ιστορικό χώρο και χρόνο τους.

25/10/07

Εν Αναμονή Πρωθυπουργό ή Μελλοντικό Ηγέτη;

Το τελευταίο διάστημα την επικαιρότητα απασχολεί η ανάδειξη νέας ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ. Η εκλογή αρχηγού για ένα κόμμα που στη χειρότερη στιγμή της ιστορίας του εξέφρασε τις ελπίδες και τα όνειρα του ενός τρίτου των ψηφοφόρων σαφώς και δεν είναι θέμα αδιάφορο. Η όλη διαδικασία, όμως, δύσκολα αντέχει σε σοβαρή κριτική και μάλλον άφθονο γέλιο έχει προκαλέσει σε όσους δεν ανήκουν στην ομάδα των Πασόκων. Για παράδειγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι η αποδόμηση του "μελλοντικού ηγέτη" και πρώην αδιαφιλονίκητου διαδόχου του θρόνου ξεκίνησε με την εκτόξευση ενός... φραπέ, καταλαβαίνει ότι η συζήτηση μοιραία εκτρέπεται προς ανταλλαγή ανεκδότων...

Πέρα από τα πολλά γελοία της υπόθεσης υπάρχει η ουσία. Η οποία δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του νέου αρχηγού, αλλά στο πόσο ο σαματάς θα βλάψει το κόμμα.

Η διαδικασία εκλογής από τα μέλη και τους "φίλους" ήταν πράγματι μια ηχηρή προεκλογική κίνηση το 2004. Στα μάτια όμως όσων το κεφάλι δούλευε έστω και στο ρελαντί, ήταν απλά μια σαχλαμάρα. Τόση φασαρία για έναν μόνο υποψήφιο; Σήμερα πια είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα μετεκλογικά δεινά του ΠΑΣΟΚ έχουν τη ρίζα τους σε αυτό που, τελικά, ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή σαχλαμάρα...

Τα κόμματα, αν θέλουν να λειτουργούν αποτελεσματικά και, κυρίως, να κερδίζουν ψήφους, δεν πρέπει ποτέ να χάνουν την επαφή με την κοινωνία, και πολύ περισσότερο με το εκλογικό τους σώμα. Κάποιες όμως διαδικασίες είναι εσωτερικές, και έτσι πρέπει να μένουν. Διαφορετικά εκφυλίζονται, εκτρέπονται και, βεβαίως, δεν πετυχαίνουν τον στόχο τους. Μία ιστορία που θα διαρκούσε το πολύ 20 μέρες και θα εξαντλούνταν σε ανιαρές τοποθετήσεις σε κομματικά όργανα, σε συνδιασκέψεις και στο Συνέδριο, μετετράπη σε μία δίμηνη (!) δημόσια αντιπαράθεση, σε υψηλότατους τόνους, που γεννά απλά μια απορία: οι άνθρωποι αυτοί, που ορκίζονται στην ενότητα του ΠΑΣΟΚ, πώς θα συνεργαστούν μετεκλογικά;

Κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους αδυνατούν να αντιληφθούν το ίδιο το μήνυμα της κάλπης. Ασχολούνται με το πώς το ΠΑΣΟΚ θα ξανακερδίσει τις εκλογές, γιατί έχασε, πού πρέπει να "στρίψει"... Το κρίσιμο ερώτημα φυσικά είναι άλλο. Κανένας σοβαρός άνθρωπος (εκτός από τους πράσινους καραδοκούντες για εξουσία γύπες) δεν έχασε τον ύπνο του από τη στενοχώρια για την εκλογική αποτυχία. Το ΠΑΣΟΚ κάποτε εξέπεμπε συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα, εξέφραζε οριοθετημένο ιδεολογικά χώρο, στη συνέχεια δε δίστασε να μετατοπισθεί δεξιότερα, επί εκσυγχρονιστών, κρίνοντας (ορθά) ότι αυτό ζητούσε η κοινωνία... Σήμερα τι περισσότερο είναι από μια παρεούλα με μόνο συνεκτικό στοιχείο τον πόθο της ανακατάληψης της εξουσίας;

Το ουσιαστικό, λοιπόν, ζήτημα είναι όχι ποιο ΠΑΣΟΚ θα κερδίσει τη ΝΔ, αλλά ποιο είναι το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Είναι αριστερό; Είναι κεντρώο; Είναι προοδευτικό; Φυσικά η ιδεολογική τοποθέτηση δε γίνεται ανάλογα με το πού φυσάει το δροσερό αγέρι. Κανείς αξιοπρεπής πολιτικός δεν μπορεί να πραγματοποιεί "στροφές" προς τα αριστερά ή τα δεξιά ή οπουδήποτε αλλού, χωρίς μάλιστα να εξηγήσει και δημοσίως τι αντιλαμβάνεται πλέον διαφορετικά και εγκαταλείπει την προηγούμενη πολιτική ταυτότητά του. Και μόνη, λοιπόν, η κουβέντα για τις "στροφές", είναι ενδεικτική της ανυπαρξίας πολιτικής ουσίας, σε μία διαδικασία καταφανώς αυτοκαταστροφική.

Μέσα σε όλα προέκυψε και αυτό που ο καθένας υποψιαζόταν. Ότι ο ορκισμένος Πασόκος (και δεν εννοώ το σύνολο των ανθρώπων που για ποικίλους λόγους ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, σημαντική μερίδα των οποίων σαφέστατα έχει αποξενωθεί), όπως και ο κάθε άλλος φανατισμένος οπαδός, είναι εντελώς ανεγκέφαλος. Θα επανεκλέξει έναν προκλητικά ανεπαρκή ανθρωπάκο για αρχηγό, παρότι ομολογεί ότι θεωρεί αξιότερο τον αντίπαλό του! Μόνο και μόνο επειδή είναι Παπανδρέου. Με τέτοιους ψηφοφόρους τίποτα δεν είναι περίεργο...

Καλύτερα να βγάζανε τον Τζιώτη.