26/10/07

Της Πατρίδος μου η Σημαία

Τα ήθη και τα έθιμα πρέπει να τηρούνται. Στολισμένο δένδρο τα Χριστούγεννα, σουβλισμένο αρνί το Πάσχα, φωτιές στο Πολυτεχνείο στις 17 Νοέμβρη, σοκολατάκια τον Φλεβάρη για τους ερωτευμένους, ΣΥΡΙΖΑ και Οδυσσέας Τσενάι για τις εορτές του Οκτωβρίου. Όπως κάθε χρόνο, με κουραστική συνέπεια, έτσι και φέτος, τα ΜΜΕ επαναλαμβάνουν τα ίδια θέματα. Όπως η τιμή της γαλοπούλας, πόσο πήγε η σχολική σάκα και οι κασετίνες, πόσοι περάσαν τα διόδια σε όλες τις εορταστικές εξόδους, έτσι και η κουβέντα γύρω από τη σκοπιμότητα των παρελάσεων και το αν πρέπει αλλοδαποί να σηκώνουν τη σημαία, με τους ίδιους κάθε χρόνο συνομιλητές να λένε τα ίδια πράγματα, δε θα μπορούσε να λείψει από τον τηλεοπτικό εορτασμό της επετείου του Όχι (το οποίο παρεμπιπτόντως είπε ο -κοιμώμενος- λαός, και όχι ο Μεταξάς, ή, κατά άλλη εκδοχή, είπε μεν ο Μεταξάς, αλλά "παρά τις μύχιες επιθυμίες του" σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία -διότι η αριστερή διανόηση θεωρεί προφανώς ότι ακόμη και ένας δικτάτορας δεν έχει δικαίωμα στον πατριωτισμό).

Δε θα ασχοληθώ με τη σκοπιμότητα των παρελάσεων. Η όλη συζήτηση είναι ανόητη. Με εξαίρεση ανθρώπους κινούμενους στον γνωστό ιδεολογικό χώρο, για τους περισσότερους, αν μη τι άλλο, οι παρελάσεις δεν αποτελούν πρόβλημα. Το αν εξυπηρετούν τον στόχο τους, αν αποτελούν τον καλύτερο τρόπο απόδοσης τιμής στους αγωνισθέντες και πεσόντες ή έχουν εκφυλισθεί σε ένα σχολικό πανηγυράκι είναι πράγματι ένα ζήτημα. Ωστόσο, οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης είναι επιβεβλημένες, ειδικά για ένα Έθνος με τόσο ένδοξο παρελθόν, αλλά τόσο προβληματικό παρόν και αβέβαιο μέλλον. Για την Ελλάδα, δυστυχώς, τα καλύτερα βρίσκονται πίσω. Εάν λησμονήσουμε και αυτά η εθνική κατάθλιψη θα είναι αναπόφευκτη. Και δεν μπορεί κανείς να θεωρεί τον εαυτό του δημοκράτη υπονομεύοντας τον εορτασμό του ενδόξου αγώνα απέναντι στο φασισμό.

Ας δούμε όμως τι προβλέπει ο νόμος για τους σημαιοφόρους... Ξεκάθαρα: πρέπει να είναι ελληνικής καταγωγής ή να έχουν ελληνική υπηκοότητα. Ο νόμος δεν έχει αλλάξει! Ο κ. Ευθυμίου, με την αλήστου μνήμης γραμμένη στο γόνατο υπουργική απόφασή του, έδωσε το δικαίωμα και σε αλλοδαπούς που διαμένουν δύο έτη στην Ελλάδα. Δε χρειάζεται κανείς να είναι νομικός για να καταλάβει ότι η υπουργική απόφαση αντίκειται προς την ισχύουσα νομοθεσία (ο νόμος είναι υπέρτερος...). Τόση φασαρία, αλλά το θέμα δεν έχει διευθετηθεί.

Η απορία, ωστόσο, είναι εύλογη: τι νόημα έχει η συμμετοχή στην παρέλαση ενός αλλοδαπού, ειδικά Αλβανού, αφού για τους Αλβανούς εγείρεται κυρίως η συζήτηση; Θα τιμήσουν τι ακριβώς, όταν οι πρόγονοί τους, για όποιον γνωρίζει τα στοιχειώδη, υπήρξαν εκ των πλέον αιμοσταγών συμμάχων των εχθρών μας; Αν ανατρέξει κανείς στην ίδια τη γένεση του αλβανικού κράτους θα εξαγάγει πολύ χρήσιμα συμπεράσματα, σε σχέση με το πώς και από ποιους επιβλήθηκε.

Άλλωστε, κάποια πράγματα είναι και απλά. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να υποχρεώσουμε έναν αλλοδαπό, έναν άνθρωπο που έχει στην καρδιά του μία άλλη πατρίδα (ανεξάρτητα από το αν και πόσο αγαπάει τη χώρα που τον φιλοξενεί), να παρελάσει με τη σημαία μας. Ούτε καν να τον θέσουμε ενώπιον ενός τέτοιου διλήμματος. Η μέριμνα του ισχύοντος νόμου μπορεί να λάβει και αυτήν την έννοια, να τον απαλλάξει δηλαδή από το βάρος μιας άρνησης, που πιθανόν να εκληφθεί και ως προσβολή στο σύμβολο ή ως συμπεριφορά περιφρονητική και να τού προκαλέσει πραγματικό πρόβλημα.

Πρέπει επιτέλους κάποια θέματα να τα ξεχωρίσουμε. Η παρέλαση δεν αποτελεί επιβράβευση σχολικής επίδοσης. Η επιβράβευση των μαθητών γίνεται με την απονομή των αριστείων και των βραβείων προόδου. Η απόδοση της σημαίας στον άριστο μαθητή της μεγαλύτερης τάξης κάθε σχολείου γίνεται κατά σύμβαση, ελλείψει άλλου αντικειμενικού κριτηρίου. Πρόκειται για δύο πράγματα ξέχωρα. Την επιβράβευση των κόπων ενός παιδιού που διαπρέπει σε μία ξένη χώρα δεν μπορεί να τη στερήσει κανείς.

Το επιχείρημα ότι "νιώθει Έλληνας, έχει την Ελλάδα στην καρδιά του, είναι τιμή του" κ.λπ. είναι απλά αυτοαναιρούμενο. Σε μία εποχή που η ελληνική υπηκοότητα κυριολεκτικά πουλιέται στα παζάρια, άνθρωποι που πληρούνε τα κριτήρια για να τους απονεμηθεί δεν αιτούνται της απόκτησής της. Αν νιώθουν Έλληνες ας γίνουν και με τη νομική βούλα. Αυτό δε συνιστά "προδοσία" προς την πατρίδα τους. Χιλιάδες άνθρωποι ανά την υφήλιο για νομικούς καθαρά λόγους έχουν διπλή υπηκοότητα. Τι αποτελεί μεγαλύτερη "θυσία", μια γραφειοκρατική διαδικασία ή η παρέλαση με το έμβλημα ενός άλλου έθνους;

Η αισχρότερη ωστόσο πλάνη είναι η περίφημη ρήση "Έλληνες είναι οι μετέχοντες της ημετέρας παιδεύσεως". Αν ακούσετε ανάμεσα στα χώματα κάτι να τρίζει θα είναι τα κόκαλα του Ισοκράτους. Ως δώρο λοιπόν εν όψει της εθνικής επετείου, τελειώνω με ολόκληρο το απόσπασμα υπ' αριθμόν 50 από τον "Πανηγυρικό":

«Τοσούτον δ' απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ' οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκεν μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Ελληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας»

Η μεταγραφή στη νεοελληνική του κειμένου απαιτεί γνώσεις πρώτης Λυκείου, τέλος πάντων:

«Είναι δε τόσο μεγάλη η απόσταση που χωρίζει την πολιτεία μας από τους άλλους ανθρώπους ως προς την πνευματική ανάπτυξη και την τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθητές της έχουν γίνει διδάσκαλοι των άλλων και κατόρθωσε (η πολιτεία μας) ώστε το όνομα των Ελλήνων να είναι σύμβολο όχι πλέον της καταγωγής, αλλά της πνευματικής ανύψωσης, και να ονομάζονται Ελληνες εκείνοι που παίρνουν τη δική μας μόρφωση και όχι αυτοί που έχουν την ίδια καταγωγή»
(Ισοκράτους Λόγοι, Πανηγυρικός, Μτφρ. Α. Μ. Γεωργαντοπούλου, Εκδόσεις Ιωάν. & Π. Ζαχαρόπουλος, 1940)

Το κείμενο είναι σαφές. Αναφέρεται στην πνευματική ανωτερότητα των Αθηναίων έναντι των άλλων Ελλήνων. Δηλαδή, όχι μόνο δεν προκύπτει από πουθενά ότι όποιος λαμβάνει ελληνική παιδεία γίνεται και Έλληνας, αλλά εν ολίγοις μάλλον προκύπτει το ανάποδο: ότι δεν αρκεί η ελληνική καταγωγή, αλλά απαιτείται και η αθηναϊκή παιδεία! Πρόκειται για ένα κείμενο εξόχως τοπικιστικό, αν το αναγάγουμε στην εποχή του. Καλοί Έλληνες οι Αθηναίοι, ανώτεροι και καλλιεργημένοι, κακοί οι υπόλοιποι.

Πώς θα μπορούσε άραγε να έλεγε αυτό που τού αποδίδεται, σε μία κοινωνία όπου οι αλλοδαποί γίνονταν δούλοι ή, στην καλύτερη περίπτωση, απλά ανεκτοί με περιορισμένα δικαιώματα;

Πρέπει να ανατρέχουμε συνέχεια στη αρχαία ελληνική γραμματεία και να πορευόμαστε με βάση όσα ελέχθησαν αιώνες πριν; Είναι σκόπιμο να λειτουργεί έτσι μία σύγχρονη κοινωνία; Αυτό και μόνο δείχνει πόσο φτωχοί είμαστε πνευματικά οι Νεοέλληνες. Εάν όμως θέλουμε να επικαλούμαστε τους προγόνους μας ας καταλαβαίνουμε τι διαβάζουμε, αντί να κόβουμε, να ράβουμε και να αποχωρίζουμε τα κείμενα από τον ιστορικό χώρο και χρόνο τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: