20/1/10

Σκέψεις για το μεταναστευτικό

Το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης επανήλθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη δημοσιοποίηση, πριν από λίγες ημέρες, των προθέσεων της Κυβέρνησης σχετικά με τη νομιμοποίηση και την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες και τα τέκνα τους που γεννώνται στην Ελλάδα ή διαβιούν σε αυτήν επί μακρόν. Οι αντιδράσεις κάθε άλλο παρά θετικές μπορούν να χαρακτηρισθούν και, ως συνηθίζεται όταν συζητώνται ζητήματα ταμπού της προοδευτικής Αριστεράς, ακολουθήθηκαν από τις υπερβολές περί ακροδεξιάς, ξενοφοβίας και ρατσισμού.

Οι παλινωδίες και η αναίρεση της δημόσιας διαβούλευσης, που αποτελεί την καινοτομία -υποτίθεται- της νέας διακυβέρνησης, αποτελούν τη λιγότερο σημαντική πτυχή της υπόθεσης: Όταν κάθε αντίθετη φωνή, είτε ακραία είτε νηφάλια και ψύχραιμη, αδιακρίτως χαρακτηρίζεται ξενοφοβική και οπισθοδρομική, η χρησιμότητα της διαβούλευσης είναι εξ ορισμού ανύπαρκτη. Η συζήτηση διεξάγεται με τον συγκερασμό διαφορετικών απόψεων, και προφανώς όχι με την αλληλοεπιβεβαίωση της ορθότητας των προτάσεων του κ. Παπανδρέου και των συνεργατών του.

Για να υπερκερασθούν οι αντιδράσεις και να αποτραπεί η επώδυνη ουσιαστική αντιπαράθεση πολλά επιχειρήματα έχουν διατυπωθεί. Για παράδειγμα, η πρόταση διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την επικύρωση του νομοσχεδίου χαρακτηρίσηκε ως ακροδεξιά δημαγωγία.

Το ιδιάζον σκεπτικό πίσω από την απόρριψη μιας διαδικασίας που θα έπρεπε να χαιρετισθεί ως αποθέωση της "συμμετοχικής δημοκρατίας" περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις: Ότι εξιρούνται οι κατ' εξοχήν ενδιαφερόμενοι (οι μετανάστες), ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα οφείλει να θέτει περιορισμούς στην εξουσία της πλειοψηφίας και, εν τέλει, ότι δημοψήφισμα για το συγκεκριμένο θέμα πιθανόν να οδηγήσει στη νομιμοποίηση μιας πολιτικής ασύμβατης με την ίδια την έννοια της Δημοκρατίας.

Το πολλαπλό σκεπτικό σαφώς και είναι ιδιάζον. Η ίδια πλειοψηφία που επιλέγει αρχηγούς κομμάτων και Κυβερνήσεις, δεν επιτρέπεται να κληθεί να αξιολογήσει άμεσα ένα τόσο κρίσιμο για την κοινωνική συνοχή νομοσχέδιο, στο όνομα μάλιστα της Δημοκρατίας! Ωσάν η Κυβέρνηση και η Βουλή να νομοθετούν ελέω Θεού, και η εξουσία τους να μην πηγάζει από την, διά της κάλπης, κοινωνική νομιμοποίησή τους. Η αντίφαση νομίζω πως είναι προφανής, αφού η "δικτατορία της πλειοψηφίας" απλά τείνει να αντικατασταθεί από την αυθεντία της δημοκρατικά εκλεγμένης Κυβέρνησης, η οποία εν λευκώ αποφασίζει για το... καλό του λαού!

Πέρα όμως από τη διαβούλευση και το δημοψήφισμα, η ουσία της υπόθεσης ξεκινά από λάθος βάση.

Πράγματι σε μία σύγχρονη και ανοικτή δημοκρατική κοινωνία η εξασφάλιση πολιτικής ισότητας για όλα τα μέλη της ανεξαρτήτως πολιτιστικής, φυλετικής και θρησκευτικής ταυτότητας είναι αυτονόητη. Ως επιδίωξη. Διότι, στην πράξη, ούτε η απόδοση ιθαγένειας ούτε πολιτικών δικαιωμάτων (και μάλιστα αντισυνταγματικά ψαλιδισμένων, που θα καταπέσουν στην πρώτη προσφυγή στα δικαστήρια) εξασφαλίζουν την ισότητα.

Κανείς δε δικαιούται να επιβάλει την αφομοίωση των μεταναστών με την πλειοψηφία με κονιορτοποίηση των πολιτισμικών διαφορών και υιοθέτηση συγκεκριμένου τρόπου ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους, στο όνομα της ομαλής συνύπαρξης με τους αυτόχθονες. Και ενώ είναι εύκολο να απορρίπτουμε ως αποικιοκρατικό κατάλοιπο και μανδύα ρατσισμού την αναγνώριση της αλλότριας κουλτούρας ως ασύμβατης με τα κοινωνικά δεδομένα, η πραγματικότητα μάς προσγειώνει ανώμαλα.

Η προοπτική πολιτικής ισότητας, δημιουργικής συνύπαρξης και (συν-)διαμόρφωσης μιας νέας (πολυ-)εθνικής ταυτότητας μόνο ως ουτοπική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Σε ολόκληρο τον κόσμο τίθενται περιορισμοί στη μετανάστευση. Η εμπειρία των γκέτο μαρτυρά ότι η συνύπαρξη δεν είναι ούτε δημιουργική, ούτε ειρηνική, ενίοτε δεν είναι καν συν-ύπαρξη.

Βασικές δομές του κοινωνικού Κράτους, η Υγεία, η Παιδεία, η Ασφάλεια, ήδη έχουν καταρρεύσει χωρίς να αντέχουν το βάρος των Ελλήνων. Καταντά ανόητο να πιστεύουμε ότι μπορούν να υποστηρίξουν και ένα εκατομμύριο αλλοδαπών. Το επιχείρημα π.χ. ότι η αθρόα προσέλευση εργατικού δυναμικού μπορεί να αναζωογονήσει το ασφαλιστικό σύστημα είναι εξίσου ανόητο: Αν κάποια αόρατη δύναμη αίφνης εξάλειφε την ανασφάλιστη εργασία, οι λαθρομετανάστες θα έχαναν το βασικό πλεονέκτημα, έναντι των Ελλήνων, που τους εξασφαλίζει σήμερα απασχόληση.

Υπό τις σημερινές συνθήκες οικονομικής στενότητας, η ίδια η ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας των ταλαιπωρημένων αυτών ανθρώπων μοιάζει πολυτέλεια. Όταν δεν μπορούν να εξοικονομηθούν οι πόροι για την υγειονομική περίθαλψη των ημεδαπών (λόγω κακοδιαχείρισης συνήθως), ανθρώπων δηλαδή που κατέβαλαν κρατήσεις και που τώρα πρέπει να κλείνουν ραντεβού στο ΙΚΑ ένα μήνα πριν για να γράψουν τα φάρμακά τους ή τρεις μήνες πριν από μια εξέταση στο Νοσοκομείο, φαντάζει εξωφρενική η δαπάνη για την παροχή περίθαλψης σε κάθε άτυχο άνθρωπο που τον έβγαλε ο δρόμος του στη χώρα μας. Δεν πρόκειται ούτε για ακραία ούτε για απάνθρωπη σκέψη, αλλά για διαπίστωση μιας κοινωνικής αδικίας και αιτίας κοινωνικών ταραχών.

Με αυτά τα δεδομένα η πολιτική διαδικασία της ενσωμάτωσης του τεράστιου όγκου των μεταναστών τίθεται εν αμφιβόλω, καθώς δεν υπάρχουν οι αναγκαίες δομές. Οι ενστάσεις του κοινωνικού συνόλου μοιάζουν ασήμαντες μπροστά σε αυτήν την αναντίρρητη πραγματικότητα.

Το μεγαλύτερο λάθος όμως της Κυβέρνησης είναι η συζήτηση περί νομιμοποίησης - μονιμοποίησης των λαθρομεταναστών. Και πάλι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία είναι το λιγότερο. Αποτελεί απλά κατάλυση του Κράτους Δικαίου η νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων παρανόμων ενεργειών, έστω (και εδώ χρειάζεται προσοχή) και αν αυτά είναι μη αναστρέψιμα.

Με άλλα λόγια, η Κυβέρνηση δεν έχει κανέναν λόγο να μοιράζει σε κάθε περαστικό την ελληνική ιθαγένεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, στο βαθμό που δύναται και χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των νομιμοφρόνων φορολογουμένων, δεν υποχρεούται να συμπεριφέρεται με ανθρωπιά και έλεος.

Η πολυσύνθετη διαδικασία της ενσωμάτωσης των μεταναστών δεν μπορεί να επιβληθεί διά του νόμου, με την απόδοση της ιθαγένειας. Αυτή ίσως να είναι η κατάληξη, ίσως και όχι. Τα ενδιάμεσα στάδια είναι πολλά και επώδυνα, και περιλαμβάνουν μεταξύ πολλών και την πολιτισμική εξομάλυνση, όχι στο όνομα της διαφύλαξης μιας αφηρημένης (αν όχι ξεχασμένης) εθνικής ταυτότητας, αλλά ως αναγκαία συνθήκη συνύπαρξης και συνεργασίας.

11/1/10

Με τη γλώσσα της αλήθειας

Όσο αρνητικά διακείμενος και αν αισθάνεται κανείς απέναντι στο ΠαΣοΚ, τον ανεπαρκέστατο Πρόεδρό του και τους αμφιβόλων ικανοτήτων υπυργούς του, η οργή κι αποδοκιμασία του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να στρέφεται κατά της ΝΔ. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι η δημοσκοπική διαφορά κινείται στα εκλογικά ύψη του 10%, αμετάβλητη παρά την αλλαγή ηγεσίας στη ΝΔ.

Εάν δεχθούμε ότι τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων απεικονίζουν με αξιόπιστο τρόπο την πολιτική συγκυρία, προκύπτουν διαπιστώσεις που αντιτίθενται στις εκτιμήσεις των αναλυτών. Για παράδειγμα, οι πολίτες δε μοιάζουν να καταπίνουν τα περί ρήξης Σαμαρά με το κυβερνητικό παρελθόν τής ΝΔ, που θεωρητικά έφεραν τον θρίαμβο στις εσωκομματικές εκλογές. Η ΝΔ δεν κερδίζει ψήφο, το θετικό κλίμα ανανέωσης της ηγεσίας εκφυλίσθηκε ταχύτερα και από το αντίστοιχο του ΠαΣοΚ μετά την 4η Οκτωβρίου και ο κόσμος δε βλέπει κάτι ριζικά καινούργιο και ανατρεπτικό, αλλά μόνο τη συνέχεια της αποτυχημένης διακυβέρνησης των 6 ετών.

Φυσικά θα είναι άδικο να κρίνουμε τη νέα ηγεσία της ΝΔ τόσο πρόωρα. Ωστόσο το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι αυτή η ρήξη με το παρελθόν. Όσο το κόμμα του κ. Σαμαρά δεν εισέρχεται σε διαδικασία αυτοκριτικής, συγκεκριμένης και ουσιαστικής και όχι αφηρημένης (όπως έκανε ο κ. Καραμανλής την προεκλογική περίοδο), αλλά επιμένει σε μία καθολική άρνηση όσων προηγήθηκαν, θα παραμείνει ευάλωτο στην κυβερνητική κριτική, όσο ισοπεδωτικά και άδικα αυτή μπορεί να εξελιχθεί. Όταν η ΝΔ δέχεται σιωπηρά να τής αποδίδεται π.χ. η δημοσιονομική διάλυση της χώρας και δεν αμύνεται με κανέναν τρόπο, τόσο και περισσσότερο αποδεκτή θα γίνεται αυτή η θέση από το εκλογικό σώμα.

Τη βαρύτερη ευθύνη φέρει ο πρώην Πρωθυπουργός. Με τον κ. Καραμανλή να παραμένει εξαφανισμένος και να μην αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπισθεί το (όποιο) έργο του, η αντιπολιτευτική δύναμη της ΝΔ θα είναι ισχνή και στη συνείδηση του κόσμου θα πρόκειται απλά για το κόμμα που διέλυσε τον τόπο.

Η "ρήξη" με τους αποτυχημένους της εξαετίας σαφώς και δεν αρκεί όσο οι αιτίες και ευθύνες της αποτυχίας δεν προσδιορίζονται και δεν αποδίδονται με ακρίβεια. Πολλοί από τους υπαίτιους τιμωρήθηκαν στην κάλπη, όμως κάποιοι πρόλαβαν να σαλτάρουν στο πλοίο του νικητή. Για παράδειγμα, ο κ. Μανώλης που δημιούργησε πλείστα όσα προβλήματα στη συνοχή της ΚΟ της ΝΔ το προηγούμενο διάστημα έχει σήμερα αναχθεί σε φωνή του Προέδρου! Το αυτό ισχύει με πλειάδα άλλων πολιτευτών της ΝΔ, ξεκινώντας (για να μην πάμε μακριά) με τον κ. Αβραμόπουλο. Το γεγονός ότι ετάχθησαν με τον κ. Σαμαρά ουδόλως τους απαλλάσσει από τις ευθύνες της άθλιας διακυβέρνησης. Και το ίδιο ισχύει με όσους αφελείς νεοδημοκράτες στηρίζουν τη νέα ηγεσία (που έρχεται σε "ρήξη" με το καραμανλικό παρελθόν), ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν να ομνύουν στο όνομα του εν αφανεία τέως...

Η αθλιότητα της προηγούμενης Κυβέρνησης δίνει ανάσα σε μία εξ ίσου ανίκανη ηγεσία υπό τον κ. Παπανδρέου. Κανένας Έλληνας, όσο παράλογος και φανατισμένος αν είναι, δεν μπορεί να αποδώσει στο ΠαΣοΚ την κύρια ευθύνη για την κατάντια (έστω και αν φέρει πολύ μεγάλο μερίδιο γι' αυτήν) όταν η ίδια η ΝΔ αποδέχεται τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.

Σήμερα οι αναλυτές διαπιστώνουν ότι η ελπίδα έσβησε στα χείλη των πράσινων ψηφοφόρων. Μόνο που αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Το ΠαΣοΚ άλωσε το Δημόσιο με τις κομματικές επιλογές, τίναξε τα ταμεία στο όνομα της αναδιανομής εισοδήματος, κατασπατάλησε εθνικό και κοινοτικό πλούτο για την εξυπηρέτηση βρώμικων συμφερόντων. Ακόμα και οι αφόρητα αφελείς δύσκολα θα πίστευαν ότι οι ίδιοι άνθρωποι που υμνούν τον παπανδρεϊσμό του 1981 θα εξυγιάνουν το Κράτος. Έτσι η αναμενόμενη αποτυχία, μαζί με την εξ ίσου αναμενόμενη αβουλία του Πρωθυπουργού, συνθέτουν τη συνέχεια μιας τραγικής εξαετίας χαμένων ευκαιριών.

Είναι πάρα πολύ νωρίς για να αγανακτήσει εκ νέου ο κόσμος. Και ίσως ένα απρόσμενο γεγονός, όπως ο Δεκέμβρης του 2008, να είναι και πάλι αυτό που θα γύρει την πλάστιγγα από την άλλη, για να συνεχισθεί η ομαλή πορεία των πολιτικών εξελίξεων και η ανώμαλη πορεία της χώρας.