28/7/12

Η ακραία ιδεολογία ως κοινωνικό φαινόμενο

Όταν σείεται ο τόπος από την απουσία και ανικανότητα των δυνάμεων της τάξης δεν μπορεί κάποιος να μιλά για επιστροφή του κράτους της Δεξιάς. Όταν οι κοινωνικές δομές δοκιμάζονται από τη μετανάστευση δεν υπάρχει τίποτε το ακραίο στη συζήτηση για τον έλεγχό της. Όταν η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει πληγώσει τον Έλληνα δεν μπορεί να επιμένουμε σε κενολογίες φιλίας και συνεργασίας με κράτη που δεν έχουν επιδείξει καμία διάθεση να ανταποκριθούν. Όταν το άσυλο έχει μετατρέψει τα Πανεπιστήμια σε ξέφραγα αμπέλια είναι μάταιο να συζητάμε για βιβλιοθήκες και πολλαπλά εγχειρίδια. 

Τα παραπάνω αρκούν για να δικαιολογήσουν την ταμπέλα του ακραίου. Όμως ο ελληνικός λαός αγωνιά και γι' αυτά τα θέματα, πολύ περισσότερο από τις ανοησίες που κυριάρχησαν στην προεκλογική περίοδο. Το πολιτικό σύστημα επιλέγοντας να αγνοήσει τον Καρατζαφέρη, αγνόησε και αυτά τα φλέγοντα προβλήματα. Η ταμπέλα μπήκε για να διαλυθούν οι ενοχές. Όμως όσο περισσότερο κάνουμε ότι δε βλέπουμε, τόσο περισσότερο θα απορούμε για την ενίσχυση της "ακροδεξιάς" στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε στις 09/06/2009. Περισσότερα από 3 χρόνια μετά παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο. Η τελευταία φράση αποδείχθηκε δυστυχώς, μετά τις πρόσφατες εκλογές, προφητική. Τότε οι ακροδεξιοί "κρύβονταν" στον ΛαΟΣ, σήμερα στη Χρυσή Αυγή και πολύ φοβάμαι ότι αύριο θα βρεθούμε ενώπιον ακόμα περισσότερο ακραίων συμπεριφορών.

Γράφτηκαν πολλά για την άνοδο της ΧΑ, γράφτηκαν πολλά για την ακροδεξιά, γράφτηκαν πολλά για τον ρατσισμό (με αφορμή και το περίφημο tweet της Παπαχρήστου τις τελευταίες ημέρες). Από την όλη συζήτηση απουσιάζουν συνήθως δύο κρίσιμες παράμετροι: η ενίσχυση και ανοχή γενικότερα ακραίων συμπεριφορών στη χώρα τα τελευταία χρόνια και οι καινοφανείς κοινωνικές συνθήκες.

Η άνοδος της ΧΑ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά τη μία όψη του νομίσματος. Ακροδεξιά και ακροαριστερά αποτελούν χώρους ευρισκόμενους σε δυναμική ισορροπία. Η άνοδος της μίας αντιρροπείται αργά ή γρήγορα από άνοδο και της άλλης. Η αλήθεια είναι ότι οι ακραίες συμπεριφορές (όχι απλά θέσεις) της αριστεράς γίνονταν εδώ και χρόνια υπερβολικά ανεκτές από την κοινωνία. Κατ' αυτήν την έννοια, θα περίμενε κανείς πολύ νωρίτερα την ενίσχυση των αντίρροπων ακραίων στοιχείων.

Έχουμε επισημάνει τη διαφορά της αντιμετώπισης: ακροδεξιοί οι μεν, αριστεριστές και όχι ακροαριστεροί οι δε, όρος που γεννά την εντύπωση ότι δεν υφίσταται ακραία συμπεριφορά στο έτερο άκρο του ιδεολογικού φάσματος.

Σφάλμα. Οι διαδηλώσεις με τις μολότωφ, τις καταστροφές και το πλιάτσικο είχαν πρωταγωνιστές αυτά τα ακραία στοιχεία. Δεν ήταν κομματικά μέλη, αλλά σαφώς κινούνταν στον χώρο της ακροαριστεράς, εξ ου και το "αριστεριστές". Εκδηλώσεις και συμπεριφορές που δεν έχουν θέση σε μία δημοκρατία, όπως τα επεισόδια του Δεκεμβρίου 2008, οι καταλήψεις των πλατειών με τις χειρονομίες και τις ύβρεις κατά του κοινοβουλίου, η ευθεία παρακίνηση των πολιτών προς την παραβίαση των νόμων με τα καλέσματα σε ανατροπή τους στον δρόμο, τα φαινόμενα "δεν πληρώνω", αντιμετωπίσθηκαν ως κινήματα και επαναστάσεις. Αποτέλεσαν μάλιστα και πεδίο συνάντησης των κομματικών εκφραστών των άκρων, με τη ΧΑ να συναντάται με το ΚΚΕ και τον ΣυΡιζΑ στον αγώνα για την κατάργηση "στην πράξη" π.χ. των "χαρατσιών".

Μπορεί ο καθένας να έχει την άποψή του για το τι συνιστά ακρότητα, αλλά τα πράγματα είναι σαφή στις δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες: κριτήριο είναι ο νόμος. Κάθε κάλεσμα σε παράνομη συμπεριφορά αποτελεί πράξη per se ακραία.

Εκεί λοιπόν, επί χρόνια, έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά. Οι παρανομίες των χρυσαυγιτών σοκάρουν την κοινωνία, αλλά οι φωτιές του 2008 ήταν η εξέγερση της νεολαίας, οι ζημιές των αναρχικών αξιολογούνταν μόνο ως προς το οικονομικό πλήγμα για τους επαγγελματίες, αντικοινωνικές συμπεριφορές τύπου "δεν πληρώνω" ή η φοροδιαφυγή έλαβαν χαρακτήρα κινήματος. Εάν συνυπολογίσουμε τις ανοησίες στις οποίες κατά καιρούς έχουν προβεί τα διάφορα "προοδευτικά" στοιχεία που έχουν τοποθετηθεί σε θέσεις ευθύνης (ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο της ιστορίας με τον συνωστισμό της Σμύρνης και την πρόταση του κ. Σηφουνάκη να αφαιρεθεί ο σταυρός από τη σημαία γιατί "πρέπει να πρωτοτυπήσουμε"), ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι τα ακροδεξιά στοιχεία θα αισθάνονταν ασφυκτική πίεση. Μοιραία θα στρέφονταν σε ακόμα πιο σκληρή στάση.

Μαζί τους έμελλε τελικά να ταχθούν πολλοί συμπολίτες μας που δεν εγκρίνουν και δεν έχουν καμία σχέση με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Εδώ έρχονται να προστεθούν οι νέες κοινωνικές συνθήκες για τις οποίες μιλήσαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση.

Η επιδείνωση του επιπέδου διαβίωσης σε κάθε κοινωνία ενισχύει τα άκρα και βαίνει σε βάρος των αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Μία μειονότητα πρέπει να δαιμονοποιηθεί, και στην Ελλάδα αυτό συμβαίνει, χωρίς να πρόκειται για πρωτοτυπία, με τους μετανάστες. Κατά κανόνα υπάρχει η πραγματική βάση που αποτελεί την αφορμή, και στη χώρα μας ακόμα περισσότερο, αφού η μετανάστευση έγινε με τρόπο παράνομο και ανοργάνωτο, με την αθρόα και χαοτική προσέλευση εκατοντάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων ανθρώπων, χωρίς επαγγελματική εξειδίκευση, με μόνη προσδοκία να απασχοληθούν ως "φθηνά" εργατικά χέρια, λόγω του γεγονότος ότι εργάζονταν ανασφάλιστοι. Όλα αυτά είναι αδιανόητα για κράτη όπως η Γερμανία ή η Αυστραλία, που υποδέχονται μετανάστες επί δεκαετίες.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την υπερκάλυψη της "ζήτησης", έστρεψαν τους αλλοδαπούς απόκληρους της ζωής στην παρανομία. Είναι γεγονός ότι η λεγόμενη χαμηλή εγκληματικότητα, που όμως επηρεάζει άμεσα τη διαβίωση των πολιτών (διαρρήξεις, κλοπές, επιθέσεις κ.λπ.), πολλαπλασιάστηκε λόγω της δραστηριότητας των εξαθλιωμένων λαθρομεταναστών. Όταν τελικά ξέσπασε η κρίση και η ανεργία εκτοξεύθηκε, ήταν οι ξένοι που "μάς παίρναν τις δουλειές". Μόνο που οι αλλοδαποί πήραν πράγματι δουλειές, αλλά αυτές που οι Έλληνες επί χρόνια είχαν υποτιμήσει και εγκαταλείψει, όπως συνέβη π.χ. με τις οικιακές βοηθούς και τις αγροτικές εργασίες.

Οι πολιτικοί μας και τα εγχώρια ΜΜΕ αντιμετωπίζουν εδώ και πολύν καιρό το ζήτημα εσφαλμένα. Ενώ οι παράνομες ή και απελπισμένες συμπεριφορές (όπως οι αυτοκτονίες) αποδίδονται άκριτα στην εξαθλίωση λόγω κρίσης, ο ρατσισμός αντιμετωπίζεται ως φαινόμενο αυθύπαρκτο. Ακόμα χειρότερα, παρατηρήσεις όπως οι παραπάνω, ότι απαιτείται έλεγχος των μεταναστών, είσοδος στη χώρα με οργανωμένο τρόπο, βάσει των θέσεων εργασίας που τυχόν δεν καλύπτονται από τους ντόπιους -ό,τι δηλαδή συμβαίνει σε όλα τα οργανωμένα κράτη-, ακόμα και το αυτονόητο, ότι ένας άνθρωπος που άφησε το σπίτι και την οικογένειά του εκατοντάδες χιλιόμετρα πίσω του δε θα διστάσει να κλέψει για να χορτάσει, αντιμετωπίσθηκαν ως ακρότητες.

Μόνο που ο ρατσισμός, ο πραγματικός ρατσισμός, έχει να κάνει κυρίως με την αλλόκοτη πεποίθηση της αυθύπαρκτης και αυτονόητης ανωτερότητας. Τα φαινόμενα των ανθρώπων που ληστεύθηκαν τρεις και τέσσερις φορές από δυστυχείς λαθρομετανάστες δεν έχουν να κάνουν με ρατσισμό, αλλά με την πραγματικότητα. Ο καθένας θα σκεφτόταν το ίδιο. Ο επί μήνες άνεργος που βλέπει τον αλλοδαπό να εργάζεται εύκολα θα αισθανθεί αγανάκτηση, ακόμα και αν δεν είχε ποτέ κατά νου να διεκδικήσει αντίστοιχη θέση απασχόλησης.

Τελικά, κάναμε τόσα πολλά για να πολεμήσουμε τον ρατσισμό, που στο τέλος τον θρέψαμε. Οι "προοδευτικές" δυνάμεις του τόπου αγνόησαν την κοινωνική πραγματικότητα. Στην ανάγκη για περιορισμό της μετανάστευσης απαντούσαν ότι η χώρα πρέπει να έχει ανοικτά σύνορα. Στην ανάγκη για απέλαση των παρανόμως ευρισκομένων απαντούσαν ότι κανείς άνθρωπος δεν είναι παράνομος. Μέχρι που ένα κόμμα έφτασε στο γελοίο σημείο να προμοτάρει την κατάληψη ενός δημοσίου κτιρίου από λαθρομετανάστες...

Για να μην πλατιάζουμε, το αποτέλεσμα ήταν όλοι αυτοί να αδυνατούν να εργασθούν για να καλύψουν τις ανάγκες τους, να διαμένουν ανά δεκάδες σε μικρά διαμερίσματα, αν όχι στους δρόμους και τις πλατείες, να αδυνατούν να τηρήσουν τους κανόνες της ατομικής υγιεινής, και, τελικά, να θεωρούνται όντα κατώτερα, αφού ανέχονται τόσο άθλιες συνθήκες διαβίωσης, και να κατηγορούνται για όλα τα εγχώρια δεινά.

Η λύση δεν περιλαμβάνει δάκρυα και "ιερή αγανάκτηση" για το πώς κατήντησε ο λαός μας. Η λύση προϋποθέτει κατ' αρχάς αναγνώριση του προβλήματος και τοποθέτηση στη σωστή του βάση.

Δεν μπορεί μία χώρα που αδυνατεί να εξασφαλίσει εργασία και περίθαλψη στους εγχώριους να διστάζει να προχωρήσει σε απελάσεις όσων παρανόμως εισήλθαν σε αυτήν. Είναι κοινή λογική και δεν έχει καθόλου να κάνει με ρατσισμό. Δε χρειάζονται ακρότητες (τύπου Μπερλουσκόνι π.χ.), αλλά όταν ακόμα και το τείχος στον Έβρο αντιμετωπίσθηκε όπως όλοι θυμόμαστε, τη στιγμή που η Ελλάδα αδυνατεί να ελέγξει στοιχειωδώς τα σύνορά της, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, γίνεται αντιληπτό ότι κινούμαστε σε λάθος κατεύθυνση.

Αυτά είναι τα γνωστά και χιλιοειπωμένα, αλλά, ως συνήθως, δε θα αρκεστούμε σε αυτά. Κατά την ταπεινή μου άποψη, στη δημοκρατία έχουμε κάθε δικαίωμα να υιοθετήσουμε κάθε ακραία ιδεολογία, ακόμα και τη φασιστική, τη σταλινική, τη ρατσιστική.

Το δημοκρατικό πολίτευμα δεν είναι εδώ για τα εύκολα, αλλά για τα δύσκολα. Μπορεί να συζητούμε επί ώρες πώς τόσοι πολλοί Έλληνες βρέθηκαν να στηρίζουν κόμματα που εκφράζουν ακραίους ιδεολογικά χώρους. Επί μέρες πώς θα αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο. Αλλά στη δημοκρατία, όπως έχουμε ξαναπεί, κάθε ιδέα πρέπει να γίνεται ανεκτή. Το όριο, όμως, παραμένει ο νόμος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα επαναστατικά καλέσματα της αριστεράς θα γυρίσουν μπούμερανγκ, μοιραία, κάποια στιγμή εναντίον της.

Μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε, να πιστεύουμε ό,τι θέλουμε, αλλά μέσα στο πλαίσιο που μας επιτρέπει το Σύνταγμα και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Κηρύγματα μίσους, ξυλοδαρμοί, παρακίνηση ένοπλων στάσεων (όπως π.χ. συνέβη με τον πολιτευτή του ΣυΡιζΑ προεκλογικά) δεν αντιμετωπίζονται με την ομόθυμη καταδίκη της βίας "από όπου και αν προέρχεται", αλλά με την αθόρυβη και αποτελεσματική ποαρέμβαση του εισαγγελέα. Με τους μηχανισμούς, δηλαδή, που επί αιώνες εξασφαλίζουν την ομαλή συμβίωση των ανθρώπων σε όλες τις κοινωνίες.

Τα κοινωνικά προβλήματα που γεννούν τις ακραίες αντιλήψεις πρέπει να αναλυθούν με πραγματικούς όρους και να αντιμετωπισθούν, χωρίς τον φόβο της "διεθνούς κατακραυγής" και των άλλων ανοησιών που ακούμε κατά καιρούς.

Τελικά, όμως, όταν οι ακραίες ιδέες δε συνοδεύονται από παράνομες και απάνθρωπες συμπεριφορές πρέπει να ακούγονται. Όχι μόνο για να αντιμετωπίσουν την αποδοκιμασία και την κατακραυγή, ούτε για να αναδειχθούν τα κοινωνικά θέματα που τις γέννησαν, αλλά διότι έτσι λειτουργεί η δημοκρατία: με την απόρριψη των απόψεων που δεν εκφράζουν την κοινωνία, όχι με τη φίμωση και την επιλογή της αδιαφορίας. Σε αυτήν την περίπτωση, και με τις συνθήκες δυστυχώς να είναι ευνοϊκές, μία μέρα απλά θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα ολέθρια, οι ακραίες ιδέες να έχουν καταστεί πλειοψηφικές.

Ελπίζω μετά από τρία χρόνια να μην ξεκινήσω μία αντίστοιχη ανάρτηση λέγοντας ότι και η παραπάνω φράση ήταν προφητική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: