31/8/12

Κουβαλώντας τις αλυσίδες μας

"Κάθεται δίπλα μου και μουρμουρίζει στο σκοτάδι:

Γιατί ασχολείσαι με την Ιατρική; Δε σου δίνει καμία χαρά και βλέπω ότι δε νιώθεις καθόλου συμπόνια. Γίνε ελεύθερο πνεύμα! Είσαι παγιδευμένος σε έναν άκαμπτο βρόχο και σε έναν ζουρλομανδύα καθηκόντων από όπου δεν μπορείς να απελευθερωθείς. Νομίζεις ότι κάνεις μία θυσία για έναν ευγενή σκοπό, αλλά κάθε ένας που πραγματικά έχει κάνει κάποια θυσία γνωρίζει ότι κάτι ήθελε γι' αυτό -ίσως κάτι από τον εαυτό του, σε αντάλλαγμα για κάτι άλλο από τον εαυτό του. Παράτησε κάτι εδώ για να έχει περισσότερα εκεί, ίσως για να γίνει ο ίδιος κάτι παραπάνω -ή τουλάχιστον να νιώθει ότι έγινε κάτι παραπάνω.

Υπάκουα δεμένος στον "ζουρλομανδύα των καθηκόντων μου", όταν δεξιά μου, μεταξύ δύο χαμηλών σπιτιών, είδα να ανατέλλει ένα τεράστιο φεγγάρι. Είναι πολύ περίεργο, αλλά ήξερα ότι αυτό το θέαμα είχα ξαναδεί άλλη μία φορά, όταν ήμουν παιδί. Αυτός δεν μπορεί να το δει. Είναι πολύ ψηλός...

Μεγάλωσα, μίκρυνα, τα ιδανικά ήρθαν, έφυγαν και θα επιστρέψουν. Συνεχίζω την επίσκεψη με μία παράξενη ηρεμία και στην επιστροφή μου γυρεύω το φεγγάρι, αλλά έχει πια χαθεί. Λάμπει στα μάτια κάποιου άλλου, που κάνει τη δική του επίσκεψη. Τη δική σας, ίσως;

Θα φορέσω τον δικό σας ζουρλομανδύα και μπορείτε να φορέσετε τον δικό μου. Τώρα έχω τη λάμψη του φεγγαριού μέσα μου. Είναι, άραγε, αρκετή για μερικές δεκαετίες ακόμα;

Όταν κοίταξα για τελευταία φορά, περπατούσαμε ακόμα μέσα στη λάμψη του φεγγαριού και τραγουδούσαμε, κουβαλώντας τις αλυσίδες μας."  

 (Νυχτερινή επίσκεψη με τον Νίτσε)*


Μία από τις πτυχές της κρίσης, που έχει αναδειχθεί από τα ΜΜΕ μάλιστα ως η σοβαρότερη, είναι η "αιμορραγία μυαλών", το κύμα φυγής, δηλαδή, των νέων Ελλήνων επιστημόνων προς το εξωτερικό. Δεν έχω τις γνώσεις, δεν έχω και τη διάθεση να αξιολογήσω το φαινόμενο συνολικά. Έχοντας διαβάσει και ακούσει δεκάδες πλέον φορές για τα "χαμένα όνειρα" των νεαρών, συνομηλίκων μου, ιατρών, που τόσο ήθελαν να προσφέρουν στον συνάνθρωπο, και για την πατρίδα που αδιαφόρησε, αισθάνομαι ότι μερικά πράγματα πρέπει πια να ειπωθούν και από εμάς που έχουμε μείνει πίσω, στην Ελλάδα του μνημονίου και της τρόικα.

Όνειρα, περισσότερο ή λιγότερο ευγενή, φιλοδοξίες για επαγγελματική αποκατάσταση και κοινωνική καταξίωση, οράματα ανιδιοτελούς προσφοράς, όλα αυτά σε ένα μίγμα με ποικίλες αναλογίες είχαμε όλοι όσοι επιλέξαμε την Ιατρική. Με μόνη, ίσως, εξαίρεση τους γόνους ιατρών, που "ώφειλαν" να διασώσουν την οικογενειακή "επιχείρηση", όλοι οι υπόλοιποι είχαμε κάτι στο μυαλό μας πολύ διαφορετικό από αυτό που τελικά μάς επιφύλασσε η πραγματικότητα. Μονοπώλιο αλτρουϊσμού και επιθυμίας κοινωνικής προσφοράς δε δικαιούνται ορισμένοι να διεκδικήσουν. Αυτό, όμως, δε συμβαίνει συνήθως; Η πραγματικότητα δε διαψεύδει τις προσδοκίες;

Εκείνη την άχαρη στιγμή που οι συνθήκες δεν είναι οι προσδοκώμενες αναδεικνύονται τα χαρακτηριστικά του καθενός μας. Τότε αρχίζει ο αγώνας να κατακτήσουμε όσα κάποτε ονειρευτήκαμε, κόντρα στις δυσκολίες. Λυπάμαι πολύ για την κυνική παρατήρηση, αλλά δεν μπορώ να αισθανθώ καμία συμπόνια για όσους από τους συναδέλφους ιατρούς (για αυτούς γνωρίζω και σε αυτούς μόνο αναφέρομαι) κλαίγονται σε τηλεοράσεις και εφημερίδες διότι "αναγκάστηκαν" τάχα να ξενιτευτούν. Έκαναν μία επαγγελματική επιλογή, επιδιώκουν κάποια οφέλη, αρκετά προφανή μάλιστα.

Όλοι μας, από το πρώτο έτος της Σχολής, βιώνουμε τον εφιάλτη των αναμονών για ειδίκευση. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια της κατάστασης, μάλιστα τα πράγματα σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύονται και πολύ καλύτερα παρά τα όσα λέγονται. Σε ορισμένες όμως ειδικότητες η αναμονή είναι ψυχολογικά, επιστημονικά και οικονομικά εξοντωτική. Σε αυτό το σημείο υποτίθεται ότι εμφανίζεται η κρατική αδιαφορία... Είναι έτσι;

Η λύση που έχει επιλεγεί στην Ελλάδα είναι η χρονική επετηρίδα, μία απλή λίστα αναμονής. Αν το κράτος αποφάσιζε να παρέμβει μπορούσε να επιλέξει χονδρικά ανάμεσα σε δύο λύσεις. Πρώτη, η δραστική μείωση των εισακτέων στις Ιατρικές Σχολές, ορθότερα των αποφοίτων Ιατρικής (π.χ. με εξοντωτική αξιολόγηση των εισαχθέντων και διαγραφές όσων φοιτητών δεν επιτυγχάνουν υψηλό επίπεδο σπουδών), όμως με αμφίβολο αποτέλεσμα, καθώς θα είχαμε δραματική επακόλουθη αύξηση των πτυχιούχων του εξωτερικού, και μάλιστα εκ των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Σε αυτήν την περίπτωση ενδεχόμενη βελτίωση της αναλογίας ιατρών / θέσεων ειδίκευσης θα μείωνε την αναμονή. Η δεύτερη είναι η αξιολόγηση των νέων ιατρών πριν την ειδίκευση, μέσω εξετάσεων, οι επιτυχόντες των οποίων θα ειδικεύονταν πρώτοι (λύση που, θεωρητικά, έχει επιλεγεί, αλλά δεν έχει ακόμη εφαρμοσθεί).

Έτσι ή αλλιώς κάποιοι από όσους τώρα είναι στο "περίμενε" είτε δε θα είχαν μπει ποτέ, είτε δε θα είχαν αποφοιτήσει ποτέ από τη Σχολή, είτε θα βρίσκονταν στην αναμονή λόγω των εξετάσεων. Ούτως ή άλλως είναι αδύνατον να ειδικευθούν όλοι, χωρίς υποβάθμιση της εκπαίδευσης τους, καθώς οι θέσεις ειδίκευσης προκύπτουν σε σχέση με τον αριθμό των ασθενών, ώστε ο ειδικευόμενος να αποκτήσει τη στοιχειωδώς απαιτούμενη κλινική εμπειρία. Για να μην πλατιάζουμε, πολλοί από όσους σήμερα σταδιοδρομούν στο εξωτερικό είτε πάλι εκεί θα είχαν βρεθεί, είτε θα είχαν αλλάξει από νωρίς επαγγελματική ενασχόληση.

Οι ξενιτεμένοι μας γιατροί κάθε άλλο παρά ήρωες είναι. Είναι αυτοί που επέλεξαν τον γρήγορο και εύκολο δρόμο. Η γενική αίσθηση ότι για να δουλεύουν στο εξωτερικό "όπου όλα είναι πιο αυστηρά" είναι και οι πιο άξιοι είναι τραγικά εσφαλμένη. Στις προηγμένες δυτικές χώρες υπάρχει προσφορά θέσεων ιατρών, διότι δεν υφίσταται η ανατολίτικη νοοτροπία της μαμάς "γίνε παιδί μου γιατρός ή δικηγόρος". Εδώ υπάρχει η παγίδα: όσοι από τους καλούς συναδέλφους σταδιοδρομούν π.χ. στο Χάρβαρντ ή, τέλος πάντων, σε ιατρικά κέντρα πρότυπα επιστημονικής αριστείας, είναι σαφώς πιο άξιοι. Οι υπόλοιποι, η επιστημονική επάρκεια των οποίων σίγουρα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, απασχολούνται μεν στο εξωτερικό, αλλά σε νοσοκομεία που έτσι κι αλλιώς βρίσκονταν σε αναζήτηση προσωπικού, διότι δεν ήταν τα κορυφαία.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Όσοι εγκαταλείπουν τη χώρα μας μένουν μακριά από φίλους και συγγενείς, δαπανούν στην αρχή κεφάλαιο και χρόνο μέχρι να προσληφθούν, ίσως απαιτηθεί να περάσουν από συνεντεύξεις (σκεφθείτε εφαρμογή αντίστοιχης μεθόδου στην Ελλάδα...) και μαθήματα γλώσσας, αλλά τελικά ειδικεύονται νωρίτερα, αμείβονται πολύ καλύτερα, εργάζονται υπό συνθήκες αξιοπρεπείς και κατά κανόνα σε νοσοκομεία πιο σύγχρονα υλικοτεχνικά και, τελικά, επιστρέφουν στην Ελλάδα για να εργασθούν εδώ ως ειδικοί!

Έχοντας άμεση γνώση του τι γίνεται σχετικά με την ειδίκευση τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος, μπορώ με απόλυτη βεβαιότητα να διαπιστώσω ότι οι συνθήκες στο εξωτερικό είναι απείρως καλύτερες, ακόμα και στα επαρχιακά νοσοκομεία των χωρών της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Αυτό, όμως, δε συνεπάγεται ότι και η εκπαίδευση είναι εξ ορισμού επιστημονικά ανώτερη, παρότι αυτό γενικά φαίνεται να ισχύει. Στην Ελλάδα οι ειδικευόμενοι είναι επιφορτισμένοι με ανόητο γραφειοκρατικό έργο, που στο εξωτερικό είναι αρμοδιότητα... γραμματέων, όπως η δακτυλογράφηση πλήθους εγγράφων, ή αποτελεί μακρινό παρελθόν, όπως η παραγγελία εξετάσεων και η συλλογή των αποτελεσμάτων.

Αντίθετα, οι καλοί συνάδελφοι παραγγέλνουν εξετάσεις μέσω του δικτύου του νοσοκομείου, από όπου και βλέπουν τα αποτελέσματα. Δε σφραγίζουν παραπεμπτικά, δεν παριστάνουν τον εισπράκτορα του πεντάευρου στα εξωτερικά ιατρεία, δεν εξετάζουν χρόνια περιστατικά στα επείγοντα υπό την αφηρημένη απειλή μίας μήνυσης, δεν ασχολούνται με τις προσωπικές υποθέσεις του διευθυντή τους (για να το θέσω κομψά). Έχουν συγκεκριμένα και αμιγώς ιατρικά καθήκοντα, πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξ ορισμού αριθμό δημοσιεύσεων σε ιατρικά περιοδικά, αμφιβόλου κλινικής σημασίας κατά κανόνα -αλλά αυτό είναι αδιάφορο.

Μετά από αυτά οι περισσότεροι επιστρέφουν. Θα ήταν απορίας άξιον το γιατί, αλλά αυτό αποτελεί και την απόδειξη ότι επιστημονικά δεν υπήρξαν οι αξιότεροι, αφού η πλειοψηφία δεν επιβιώνει στην πραγματικά ανταγωνιστική ιατρική "αγορά" του εξωτερικού. Επιστρέφουν για να αναλάβουν το οικογενειακό ιατρείο, την "οικογενειακή" έδρα στο Πανεπιστήμιο, ή, απλά, για να κοτσάρουν την ταμπέλα "ειδικευθείς εν..." έξω από την πόρτα τους. Αλήθεια, σε πλήθος και βαρύτητα περιστατικών (διότι αυτά μετράνε στην πραγματικότητα για την κλινική εκπαίδευση, και όχι τα "πέιπερς"), πόσο μπορεί να διαφέρει η Λάρισα και η Πάτρα π.χ. από το Μπόχουμ και τη Νυρεμβέργη; Για όσους γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι συμβαίνει η απάντηση δεν είναι η αυτονόητη, με τη σαφή εξαίρεση των νησίδων αριστείας, που, όμως, υπάρχουν αντίστοιχα και στη χώρα μας.

Εν συντομία, όλοι αυτοί που κλαίγονται για τα όνειρα που βγήκανε χαμένα, τελειώνουν νωρίτερα, υπό συνθήκες και με αμοιβές ασύγκριτα καλύτερες, με περισσότερα προσόντα, αν όχι ουσιαστικά σίγουρα τυπικά, και επιστρεφουν στη χώρα μας θριαμβευτές. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορεί αυτή η επιλογή να μην είναι η εύκολη.

Για κάποιους άλλους υπάρχει ο δύσκολος δρόμος και η προσπάθεια να αλλάξει κάτι σε αυτήν τη χώρα. Είμαστε εμείς που αξιώναμε καλύτερη εκπαίδευση όταν οι άλλοι φώναζαν "όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών". Που δεν καταδεχόμασταν συναλλαγές με τους καθηγητές μας με αντάλλαγμα εργασίες σε ανούσια επιστημονικά συνέδρια φοιτητών. Που πήραμε το πτυχίο μας χωρίς να κλαφτούμε σε καθηγητικά γραφεία, χωρίς sos, σκονάκια και ανοικτά βιβλία κάτω από τα έδρανα, με αμέτρητες ώρες διαβάσματος, ιδρώτα και δακρύων.

Είμαστε εμείς που σήμερα εφημερεύουμε για πενηντακάτι ευρώ. Που κοιμόμαστε σε εφημερεία χωρίς ψύξη και θέρμανση. Που αγωνιούμε κάθε φορά που ζητάμε μία αξονική τομογραφία, διότι τα μηχανήματα είναι τόσο παλαιά που απαιτούνται δύο ώρες (και διάλειμμα ανάμεσα για να κρυώσουν) ώστε να τελειώσει η εξέταση -αν δεν τελειώσει πρώτα ο άρρωστος. Είμαστε εμείς οι απλήρωτοι επί έξι μήνες που αποτελούμε "ειδικό" μισθολόγιο, αλλά δεν είμαστε ένστολοι ώστε η γενναία πολιτική ηγεσία να χύσει ψεύτικα δάκρυα. Δε θα μπορούσαμε να είμαστε ένστολοι, γιατί είμαστε τελείως γυμνοί, γυμνοί και απροστάτευτοι απέναντι στον κάθε κακοήθη που βγάζει τα σπασμένα μίας ολόκληρης κοινωνίας πάνω μας.

Είμαστε όμως εμείς που δεν το βάζουμε κάτω και που θα αλλάξουμε αυτήν τη χώρα, και την Υγεία και την Παιδεία της. Εμείς θα συνεχίσουμε να υπηρετούμε τους συνανθρώπους μας υποαμειβόμενοι και με ανύπαρκτα μέσα, διότι εμμένουμε με εντιμότητα στην επιλογή που κάναμε πριν τόσα χρόνια, με την εφηβική μας αβελτηρία. Και κυρίως διότι το δικό μας όνειρο διαφέρει από το δικό τους. Δικό μας όνειρο δεν είναι το καλύτερο μέλλον μας, αλλά το μέλλον όλων μας.

Εμείς θα συνεχίσουμε να κουβαλάμε τις αλυσίδες μας. Οι κακές συνθήκες εργασίας, τα χρεωστούμενα, οι αγγαρείες, δεν είναι παρά μερικοί ακόμη κρίκοι τους. Δεν πρόκειται να κάνουμε "καριέρα", δεν πρόκειται να δώσουμε συνεντεύξεις σε περιοδικά, δεν πρόκειται οι τηλεαστέρες να δακρύσουν με το "δράμα" μας. Δεν πρόκειται να "ψηλώσουμε" ποτέ.

Θα συνεχίσουμε να ελπίζουμε στο "φεγγάρι" που είδαμε μικροί, όταν επιλέξαμε αυτή τη δουλειά.

Και αν δεν το δούμε ξανά ποτέ, δε μας νοιάζει.

Θα μας μείνει ο ζουρλομανδύας μας.

_____
*Είναι εξαιρετικά ειρωνικό το γεγονός ότι αυτό το κείμενο συνάντησα στον πρόλογο εγχειριδίου Ιατρικής, που είχαν μάλιστα επιμεληθεί τα κορυφαία μυαλά κορυφαίου Πανεπιστημίου των ΗΠΑ (κάνουν άραγε και εκεί τέτοιες σκέψεις;). Δεν αναζήτησα ποτέ τον συγγραφέα του, ούτε με ενδιαφέρει να τον βρω. Δεν έχει σημασία...

Δεν υπάρχουν σχόλια: