29/9/13

Μετά τις χειροπέδες

Ανοίγουμε παρένθεση στο θέμα της ανάλυσης του φαινομένου της ανόδου της ΧΑ, καθώς οι σημερινές εξελίξεις μάς πρόλαβαν. Υπό το φως, λοιπόν, των συλλήψεων και εν αναμονή της εξέλιξης της ανακριτικής διαδικασίας, μερικές πρώτες σκέψεις.

Κατ' αρχάς, σε αντίθεση με το θριαμβευτικό κλίμα δημοκρατικής νίκης που φιλοτεχνείται από την κυβέρνηση, η εικόνα εκλεγμένων εκπροσώπων του ελληνικού λαού, μεταξύ των οποίων και αρχηγός κοινοβουλευτικής ομάδας, να σύρονται με χειροπέδες στον εισαγγελέα προκαλεί θλίψη. Μόνο θλίψη. Τίποτε άλλο. Δεν αποτελεί αιτία πανηγυρισμών η σύλληψη των χρυσαυγιτών, αλλά αιτία προβληματισμού για όλους όσοι επέλεξαν να εκπροσωπηθούν στη Βουλή από το κυρίους με αυτό το ποιόν, που ήταν πασιφανές εδώ και μήνες, αν όχι χρόνια.

Ακριβώς, λοιπόν, το γεγονός ότι τόσο μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων εκφράστηκε έτσι στην κάλπη πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις. Αν επρόκειτο για την "αντισυστημική" ψήφο, την ψήφο διαμαρτυρίας και αγανάκτησης, πώς περιμένουμε από το συγκεκριμένο εκλογικό ακροατήριο να ερμηνεύσει με νηφαλιότητα τις εξελίξεις; 

Πολύ φοβάμαι ότι για κάποιους από εμάς σήμερα δεν ξεσκεπάστηκε η εγκληματική δραστηριότητα της ΧΑ, αλλά ότι εκδηλώθηκε η "απεγνωσμένη αντίδραση του σάπιου κατεστημένου στην τελευταία του προσπάθεια να επιβιώσει" ή κάτι αντιστοίχου πνεύματος και λογικής. Επιχειρήματα του τύπου "κανείς δεν μπήκε στη φυλακή για το Χρηματιστήριο / τα δομημένα ομόλογα / τα κλεμμένα / τις μίζες κ.λπ., αλλά τα βάλανε με την επελαύνουσα Χρυσή Αυγή γιατί τη φοβούνται" έχουν αρκετά στοιχεία αλήθειας ώστε οι διωκώμενοι ως κοινοί εγκληματίες να αναχθούν σε θύματα πολιτικού διωγμού, αφού μάλιστα όλο το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα έχει, ευλόγως, συνασπισθεί εναντίον τους.

Για τον λόγο αυτόν, το εσπευσμένο των συλλήψεων (που από μακριά "μυρίζει" πολιτική σκοπιμότητα) προκαλεί ανησυχία. Αν στο δικαστήριο οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετηθούν υπερεπαρκώς (διότι μιλάμε για συμμορία και οργανωμένο έγκλημα, όχι απλά για έκνομες ενέργειες μεμονωμένων μελών της ΧΑ), η δημοκρατία θα έχει εξευτελισθεί από όσους ομνύουν στο όνομά της και υποτίθεται ότι σήμερα την υπερασπίζονται. Και δεν αναφέρουμε την ηρωοποίηση των διωκωμένων, διότι θα έχουν περάσει πολλά χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει η υπόθεση, ώστε δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για πολιτικό κέρδος των χρυσαυγιτών σε περίπτωση κατάρρευσης του κατηγορητηρίου.

Πάντως ο σοφός λαός μετά τη δολοφονία του 34χρονου, και παρά τα όσα ειπώθηκαν στα ΜΜΕ, δημοσκοπικά δεν επεφύλασσε και τόσο έντονη αποδοκιμασία για τη ΧΑ, που παραμένει στις εκτιμήσεις τρίτο κόμμα! Αν, λοιπόν, η ΧΑ μετά από όλα αυτά εκλείψει έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η συμπεριφορά των ψηφοφόρων της. Θα γυρίσουν προς τον Καμμένο; Προς τον ΣυΡιζΑ; 

Πάντως στη ΝΔ μάλλον θα πρέπει να κρατούν μικρό καλάθι για τα εκλογικά οφέλη. Διότι αν πράγματι επρόκειτο για "αντισυστημική - αγανακτισμένη" ψήφο, είναι το λιγότερο αβάσιμη η επιδίωξη επαναπατρισμού "δεξιών" ψηφοφόρων της ΧΑ. Εκτός και αν τα ποσοστά της ακροδεξιάς δεν ερμηνευθούν τόσο με το θυμικό λόγω κρίσης, όσο με πιο ψυχρά και ιδεολογικά κριτήρια, κάτι που δεν περιποιεί τιμή ούτε για όσους συνειδητά επέλεξαν τον κ. Μιχαλολιάκο και τους συν αυτώ ούτε για όσους επιδιώκουν να προσελκύσουν τέτοιους ψηφοφόρους.

Η υπόθεση της ΧΑ τείνει να λάβει περισσότερο ποινικό χαρακτήρα, αλλά πολιτικά παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον και θα απασχολήσει και τις επόμενες ημέρες το μπλογκ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τις εξελίξεις πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία, διότι οι εικόνες που βλέπουμε είναι πρωτοφανείς για τη χώρα μας, σε περιστάσεις, μάλιστα, ιδιαίτερα κρίσιμες.

21/9/13

Δύο προαπαιτούμενα

Για όποιον έχει στοιχειωδώς καλή μνήμη, η θεωρία των "δύο άκρων" ήταν η επωδός της κριτικής απέναντι στις παρανομίες των κουκουλοφόρων πριν από μία δεκαετία. Ήταν η απάντηση σε όσους μιλούσαν για τους "νοικοκυραίους" της εποχής, όταν οι διαδηλώσεις με τα επεισόδια και οι εκρήξεις από γκαζάκια ήταν καθημερινά στο πρόγραμμα, με αφορμές που σήμερα μάλλον θα έμοιαζαν ασήμαντες μπροστά στον ορυμαγδό περιοριστικής πολιτικής που επέβαλε η χρεοκοπία της χώρας.

Τότε, λοιπόν, η συζήτηση γινόταν ανάποδα. Τότε λέγαμε ότι "ναι, αλλά και οι Χρυσαυγίτες δέρνουνε...", ακόμα και αν τα καταγεγραμμένα περιστατικά ήταν ελάχιστα και, κακά τα ψέματα, ως πολίτες είχαμε ελάχιστα πραγματικά βιώματα από επιθέσεις νεοφασιστών. Σήμερα έχουμε καταφέρει η ακροδεξιά βία να αποτελεί πραγματικότητα, όχι δικαιολογία, όχι παραμύθι περί προβοκάτσιας, όχι αφήγημα υποχθόνιας συνεργασίας αναρχικών και χρυσαυγιτών.

Περί των όσων λέγονται και, δυστυχώς, γίνονται το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει μεγάλη συζήτηση, η οποία είναι άσκοπη και ανόητη αν δεν εκκινεί από δύο παραδοχές.

Η πρώτη είναι ότι το κριτήριο περί δικαίου και αδίκου είναι ο νόμος. Και τέλος. Βία δεν είναι η ανεργία, βία δεν είναι η φτώχια, βία δεν είναι η κρατική "καταπίεση", ούτε η παραπλάνηση από τα ΜΜΕ. Αυτό δε σημαίνει ότι όλα αυτά δεν προκαλούν βλάβη σε όσους τα υφίστανται. Δεν μπορούν όμως έννοιες αφηρημένες ή σχετικές, ώστε να μην τις βιώνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, να λάβουν αντικειμενική υπόσταση. Ούτως ή άλλως στη γενικότερη έννοια της βίας περιλαμβάνονται πάρα πολλές μορφές σωματικής και ψυχικής καταπίεσης, π.χ. με πρώτη τη φυσική νόσο, με τη διαφορά ότι αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί το ίδιο αυθαίρετα στην κρίση, την πολιτική ηγεσία ή κάποιον άλλον "κακό".

Στην οργανωμένη κοινωνία λοιπόν, ακόμα και αν δεχθούμε τον γενικότερο ορισμό της βίας στον οποίον αρέσκονται οι της επαναστατικής αριστεράς, η διαχωριστική γραμμή τίθεται από τον νόμο, ο οποίος πρέπει να τηρείται χωρίς καμία εξαίρεση (θαυμάσιο παράδειγμα για το τι συμβαίνει όποτε μία κοινωνία ξεφεύγει από τη νομιμότητα αποτελεί ο ξυλοδαρμός του κ. Καμμένου μετά την παρακίνησή του για λιντσάρισμα του κ. Πάχτα που, όταν ζητούσε στη Χαλκιδική ουσιαστικά τη άσκηση βίας σε βάρος του δημάρχου, προφανώς δεν είχε κατά νου ότι το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με τον ίδιο).

Αυτή δεν είναι μία συντηρητική προσέγγιση. Επί χρόνια όποιος επεκαλείτο τη νομιμότητα χλευαζόταν. Σήμερα πια, που η βία η προερχόμενη από τη ΧΑ έχει τρομάξει την κυρίαρχη ιδεολογικά αριστερά περισσότερο από τα γκαζάκια και τις σπασμένες βιτρίνες, μπαίνουμε σε πραγματικά συντηρητικές λογικές. Φτάσαμε να συζητάμε ακόμα και για απαγόρευση κόμματος ή χαρακτηρισμού του συλλήβδην ως εγκληματικής οργάνωσης, προτάσεις που δε θα έπρεπε να εξετάζονται, όχι ως αντιδημοκρατικές (που είναι) αλλά ως αναποτελεσματικές. Πάντως επιστρέψαμε στη λογική της θέσπισης και τήρησης νόμων. Σε μία χώρα που οι κυβερνητικές αποφάσεις καταργούνται στον δρόμο και οι αγώνες δίνονται στο πεζοδρόμιο, η θεσμική θωράκιση της δημοκρατίας είναι βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ακριβώς διότι ο ψευτοπροοδευτισμός του πρόσφατου παρελθόντος την κατέστησε μη αυτονόητη.

Το δεύτερο προαπαιτούμενο είναι ίσως και το πλέον δύσκολο: ο διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο που διατυπώνει δημοσίως άποψη (με το παρελθόν, την ταμπέλα, το ύφος, το ήθος και όλο το "βάρος" που κουβαλάει) και στο δίκαιο ή το άδικο της άποψής του. Αν π.χ. ο κ. Μιχαλολιάκος υποστηρίζει ότι το πλήθος των μεταναστών είναι δυσβάσταχτο για τη χώρα, αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν είναι φασίστας, αν τον ενοχλούν οι μετανάστες περισσότερο από ό,τι κάποιον άλλον και, φυσικά, από το αν οι λύσεις που προτείνει είναι παράνομες, ανήθικες, παράλογες ή απάνθρωπες.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από αυτά μπορεί να γίνει η πραγματική αποδόμηση της ΧΑ ενώπιον του εκλογικού κοινού. Με τις κραυγές ότι θα μας φάνε οι φασίστες μοιραία έρχεται στον νου το κλασικό παραμύθι με τον Πέτρο και τον λύκο. Μόνο που ο λύκος, όχι πολύ μακριά από σήμερα, θα βρεθεί με 20% να διεκδικεί την πλειοψηφία σε κοινοβουλευτική δύναμη (αν σε κάποιους αυτά φαίνονται υπερβολικά, ας κάνουν τον κόπο να ανατρέξουν σε όσα έχουμε γράψει αυτά τα χρόνια για την ακροδεξιά στην Ελλάδα, σε αυτό το ταπεινό μας βήμα, πολύ πριν η ΧΑ βρεθεί να κυριαρχεί στην πολιτική επικαιρότητα).

Ο διάλογος για τα αίτια της ανόδου της και για τη σκοπιμότητα και τα μέσα ανάσχεσής της είναι δαιδαλώδης, και θα συνεχίσουμε σε επόμενες αναρτήσεις.

12/9/13

Μη αποκρίνου εις τον άφρονα

Κατά το γνωστό τηλεοπτικό δόγμα, δεν υφίσταται "κακή δημοσιότητα". Αυτό είναι το σωστό πρίσμα υπό το οποίο αξίζει να ασχοληθεί κανείς με την κ. Ρεπούση και το πρόσφατο μπαράζ δηλώσεων με τις οποίες προκάλεσε την κοινή γνώμη.

Άποψη για το τι είναι σημαντικό και τι όχι να διδάσκεται στα σχολεία μπορεί ο καθένας να έχει, αλλά τις αποφάσεις τις λαμβάνουν αρμόδιοι φορείς, επιστημονικοί φορείς, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να αποφασίζουν με πολιτικά κριτήρια. Επιχειρήματα του τύπου το τάδε μάθημα συνιστά οπισθοδρόμηση και το άλλο αποτέλει κομμάτι προοδευτικής εκπαίδευσης είναι απλά ανόητα.

Επίσης είναι ανόητο να κοιτάμε αριστερά και δεξιά για το τι κάνουν οι "προοδευτικές" χώρες. Πέρα από το γεγονός ότι αντίστοιχες αντιπαραθέσεις γίνονται με πολύ πιο οπισθοδρομικούς όρους π.χ. στις ΗΠΑ (χώρα σε πολλές περιοχές της οποίας η παρεχόμενη Παιδεία θα προκαλούσε ανατριχίλα στην κ. Ρεπούση), δεν μπορούμε να υιοθετούμε ακρίτως εκπαιδευτικά συστήματα τα οποία ευδοκιμούν σε εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα. Επιπροσθέτως, θα ήταν σκόπιμο να αξιολογηθεί κάποια στιγμή η συμβολή των πολλάκις υμνημένων συστημάτων του Βορρά, όχι στην κατάρτιση ως παροχή γνώσεων για διακρίσεις σε μαθητικούς διαγωνισμούς, αλλά στη σύνθεση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων και χρήσιμων, και όχι απλά μορφωμένων, πολιτών -κάτι που αποτελεί και τη μόνη διέξοδο πραγματικής προόδου για τη χώρα μας.

Η απλούστερη απάντηση στην κ. Ρεπούση θα ήταν ότι πρέπει πρώτα να επιδιώξει την τροποποίηση των άρθρων του Συντάγματος στα οποία βασίζεται η ένταξη της Ορθόδοξης κατήχησης στο πρόγραμμα των σχολείων. Από τη στιγμή μάλιστα που η παρακολούθηση των Θρησκευτικών είναι εδώ και κάποια χρόνια προαιρετική, οι γονείς είναι ελεύθεροι να απαλλάξουν τα παιδιά τους από αυτήν και, με τη σημερινή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αυτό κάθε άλλο παρά ως "στίγμα" θα μπορούσε να εκληφθεί.

Εδώ, όμως, υπάρχει κάτι πολύ ενδιαφέρον που η εμφανώς περιορισμένη αντιληπτική ικανότητα της κ. Ρεπούση αδυνατεί να συλλάβει και να επεξεργασθεί. Καλώς ή κακώς υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό Ελλήνων που επιθυμούν τα παιδιά τους να λάβουν την "ελληνορθόδοξη" αγωγή. Αν αύριο καταργηθεί η διδασκαλία των Θρησκευτικών, το κενό που θα προκύψει (μέσα μάλιστα σε ένα περιβάλλον κραυγών περί αφελληνισμού, παγκοσμιοποίησης, συνωμοσιολογίας και λαοσυνάξεων) θα έρθουν να καλύψουν οι ίδιοι οι ιερείς, διά των "κατηχητικών".

Με όλο τον σεβασμό στον κλήρο, με όλο τον σεβασμό σε χιλιάδες γονείς που ήδη έχουν αποφασίσει να εντάξουν τα παιδιά τους σε αυτούς τους κύκλους, είναι πασιφανές ότι η διδασκαλία μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί πολύ πολύ ευκολότερα να εκτραπεί προς την όξυνση θρησκευτικών αντιπαραθέσεων, τη μισαλλοδοξία και την καλλιέργεια θρησκευτικού φανατισμού, παρότι αποτελεί προσβολή προς την ίδια τη φύση της Ορθόδοξης πίστης. Είναι σίγουρη η κ. Ρεπούση ότι η πρότασή της δε θα φέρει αντίθετα αποτελέσματα;

Η δε αντικατάσταση από μάθημα "Θρησκειολογίας" (αντικείμενο που έχει εδώ και χρόνια περιληφθεί στην ύλη της Β' Λυκείου, αλλά η κ. Ρεπούση επιλέγει να το αγνοεί) αποτελεί πρόταση αμφίβολης αξίας. Στην ίδια λογική μπορεί να εμφανισθούν, για παράδειγμα, γιατροί που θα υποστηρίξουν ότι απαιτείται επέκταση της ύλης της Ανθρωπολογίας, οι Μαθηματικοί και οι Χημικοί ήδη διαμαρτύρονται για ανεπαρκή διδασκαλία των αντικειμένων τους, και πάει λέγοντας. Μάλιστα τυχόν επέκταση μαθημάτων τύπου "Ηθικής" (που επίσης έχει ενταχθεί στην ύλη των Θρησκευτικών) θα είχε μεγαλύτερη σημασία από τη συγκριτική μελέτη των θρησκειών, σε μία χώρα που η κρίση των αξιών την ταλαιπωρεί πολλά χρόνια πριν τη χτυπήσει η οικονομική κρίση, ακόμα και αν είχε ευαίσθητο πολιτικά περιεχόμενο.

Είναι, όμως, σκόπιμο να μπούμε σε μία δημόσια (και καφενειακού επιπέδου) συζήτηση για τη σχολική ύλη; Με απλά λόγια, ακόμα και αν έχουμε άποψη, τεκμηριωμένη ακόμα-ακόμα, είναι δουλειά μας να υποκαταστήσουμε, αν όχι να αγνοήσουμε, τους εκπαιδευτικούς φορείς, και μάλιστα διά μίας δημόσιας αντιπαράθεσης; Πολλώ δε μάλλον, τι κατέστησε την κ. Ρεπούση κατάλληλη για να αξιολογήσει τα Θρησκευτικά, τα Αρχαία και τη Βιολογία; Η εκλογή της στη Βουλή ή η συνεισφορά της στην εκπαίδευση, την οποία όλοι γνωρίζουμε;

Όλα αυτά θα είχαν νόημα αν η κ. Ρεπούση πράγματι ενδιαφερόταν για το επίπεδο της παρεχόμενης Παιδείας. Προφανώς η πρεμούρα της εξαντλήθηκε στα Θρησκευτικά και τον Δαρβίνο. Ενοχλήθηκε για την εκφύλιση της διδασκαλίας των Θρησκευτικών και για την υποτίμηση της διδασκαλίας της εξέλιξης. Η εκφύλιση της Ιστορίας, της οποίας υπήρξε η εισηγήτρια με τις στρογγυλοποιήσεις και τις ανακρίβειες δεν την ενόχλησε. Άλλωστε σε αυτή βάσισε την πολιτική της καριέρα.

Κερασάκι στην τούρτα της, όσα είπε για τα Αρχαία Ελληνικά. Προφανώς ελάχιστοι αναπολούν την παρακολούθηση του μαθήματος ή εκτιμούν τη διδασκαλία τους. Ο απαξιωτικός τόνος όμως τον οποίο η κ. Ρεπούση επέλεξε, δεν μπορεί παρά να αποτελεί πρόκληση για λόγους εύκολα αντιληπτούς.

Επειδή η κ. Ρεπούση θα συνεχίσει να προκαλεί, γιατί ο άφρων επαναλαμβάνει την αφροσύνην αυτού ως ο κύων επιστρέφει εις τον εμετόν αυτού, η μόνη στάση που αξίζει απέναντι στην ιστορικό του συνωστισμού είναι η περιφρόνηση: μη αποκρίνου εις τον άφρονα κατά την αφροσύνην αυτού, διά να μη γένης και συ όμοιος αυτού. Να που τα Θρησκευτικά τελικά μπορεί να φανούν χρήσιμα, και τα Αρχαία να αποδειχθούν όχι και τόσο νεκρά...