12/9/13

Μη αποκρίνου εις τον άφρονα

Κατά το γνωστό τηλεοπτικό δόγμα, δεν υφίσταται "κακή δημοσιότητα". Αυτό είναι το σωστό πρίσμα υπό το οποίο αξίζει να ασχοληθεί κανείς με την κ. Ρεπούση και το πρόσφατο μπαράζ δηλώσεων με τις οποίες προκάλεσε την κοινή γνώμη.

Άποψη για το τι είναι σημαντικό και τι όχι να διδάσκεται στα σχολεία μπορεί ο καθένας να έχει, αλλά τις αποφάσεις τις λαμβάνουν αρμόδιοι φορείς, επιστημονικοί φορείς, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να αποφασίζουν με πολιτικά κριτήρια. Επιχειρήματα του τύπου το τάδε μάθημα συνιστά οπισθοδρόμηση και το άλλο αποτέλει κομμάτι προοδευτικής εκπαίδευσης είναι απλά ανόητα.

Επίσης είναι ανόητο να κοιτάμε αριστερά και δεξιά για το τι κάνουν οι "προοδευτικές" χώρες. Πέρα από το γεγονός ότι αντίστοιχες αντιπαραθέσεις γίνονται με πολύ πιο οπισθοδρομικούς όρους π.χ. στις ΗΠΑ (χώρα σε πολλές περιοχές της οποίας η παρεχόμενη Παιδεία θα προκαλούσε ανατριχίλα στην κ. Ρεπούση), δεν μπορούμε να υιοθετούμε ακρίτως εκπαιδευτικά συστήματα τα οποία ευδοκιμούν σε εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα. Επιπροσθέτως, θα ήταν σκόπιμο να αξιολογηθεί κάποια στιγμή η συμβολή των πολλάκις υμνημένων συστημάτων του Βορρά, όχι στην κατάρτιση ως παροχή γνώσεων για διακρίσεις σε μαθητικούς διαγωνισμούς, αλλά στη σύνθεση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων και χρήσιμων, και όχι απλά μορφωμένων, πολιτών -κάτι που αποτελεί και τη μόνη διέξοδο πραγματικής προόδου για τη χώρα μας.

Η απλούστερη απάντηση στην κ. Ρεπούση θα ήταν ότι πρέπει πρώτα να επιδιώξει την τροποποίηση των άρθρων του Συντάγματος στα οποία βασίζεται η ένταξη της Ορθόδοξης κατήχησης στο πρόγραμμα των σχολείων. Από τη στιγμή μάλιστα που η παρακολούθηση των Θρησκευτικών είναι εδώ και κάποια χρόνια προαιρετική, οι γονείς είναι ελεύθεροι να απαλλάξουν τα παιδιά τους από αυτήν και, με τη σημερινή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αυτό κάθε άλλο παρά ως "στίγμα" θα μπορούσε να εκληφθεί.

Εδώ, όμως, υπάρχει κάτι πολύ ενδιαφέρον που η εμφανώς περιορισμένη αντιληπτική ικανότητα της κ. Ρεπούση αδυνατεί να συλλάβει και να επεξεργασθεί. Καλώς ή κακώς υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό Ελλήνων που επιθυμούν τα παιδιά τους να λάβουν την "ελληνορθόδοξη" αγωγή. Αν αύριο καταργηθεί η διδασκαλία των Θρησκευτικών, το κενό που θα προκύψει (μέσα μάλιστα σε ένα περιβάλλον κραυγών περί αφελληνισμού, παγκοσμιοποίησης, συνωμοσιολογίας και λαοσυνάξεων) θα έρθουν να καλύψουν οι ίδιοι οι ιερείς, διά των "κατηχητικών".

Με όλο τον σεβασμό στον κλήρο, με όλο τον σεβασμό σε χιλιάδες γονείς που ήδη έχουν αποφασίσει να εντάξουν τα παιδιά τους σε αυτούς τους κύκλους, είναι πασιφανές ότι η διδασκαλία μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί πολύ πολύ ευκολότερα να εκτραπεί προς την όξυνση θρησκευτικών αντιπαραθέσεων, τη μισαλλοδοξία και την καλλιέργεια θρησκευτικού φανατισμού, παρότι αποτελεί προσβολή προς την ίδια τη φύση της Ορθόδοξης πίστης. Είναι σίγουρη η κ. Ρεπούση ότι η πρότασή της δε θα φέρει αντίθετα αποτελέσματα;

Η δε αντικατάσταση από μάθημα "Θρησκειολογίας" (αντικείμενο που έχει εδώ και χρόνια περιληφθεί στην ύλη της Β' Λυκείου, αλλά η κ. Ρεπούση επιλέγει να το αγνοεί) αποτελεί πρόταση αμφίβολης αξίας. Στην ίδια λογική μπορεί να εμφανισθούν, για παράδειγμα, γιατροί που θα υποστηρίξουν ότι απαιτείται επέκταση της ύλης της Ανθρωπολογίας, οι Μαθηματικοί και οι Χημικοί ήδη διαμαρτύρονται για ανεπαρκή διδασκαλία των αντικειμένων τους, και πάει λέγοντας. Μάλιστα τυχόν επέκταση μαθημάτων τύπου "Ηθικής" (που επίσης έχει ενταχθεί στην ύλη των Θρησκευτικών) θα είχε μεγαλύτερη σημασία από τη συγκριτική μελέτη των θρησκειών, σε μία χώρα που η κρίση των αξιών την ταλαιπωρεί πολλά χρόνια πριν τη χτυπήσει η οικονομική κρίση, ακόμα και αν είχε ευαίσθητο πολιτικά περιεχόμενο.

Είναι, όμως, σκόπιμο να μπούμε σε μία δημόσια (και καφενειακού επιπέδου) συζήτηση για τη σχολική ύλη; Με απλά λόγια, ακόμα και αν έχουμε άποψη, τεκμηριωμένη ακόμα-ακόμα, είναι δουλειά μας να υποκαταστήσουμε, αν όχι να αγνοήσουμε, τους εκπαιδευτικούς φορείς, και μάλιστα διά μίας δημόσιας αντιπαράθεσης; Πολλώ δε μάλλον, τι κατέστησε την κ. Ρεπούση κατάλληλη για να αξιολογήσει τα Θρησκευτικά, τα Αρχαία και τη Βιολογία; Η εκλογή της στη Βουλή ή η συνεισφορά της στην εκπαίδευση, την οποία όλοι γνωρίζουμε;

Όλα αυτά θα είχαν νόημα αν η κ. Ρεπούση πράγματι ενδιαφερόταν για το επίπεδο της παρεχόμενης Παιδείας. Προφανώς η πρεμούρα της εξαντλήθηκε στα Θρησκευτικά και τον Δαρβίνο. Ενοχλήθηκε για την εκφύλιση της διδασκαλίας των Θρησκευτικών και για την υποτίμηση της διδασκαλίας της εξέλιξης. Η εκφύλιση της Ιστορίας, της οποίας υπήρξε η εισηγήτρια με τις στρογγυλοποιήσεις και τις ανακρίβειες δεν την ενόχλησε. Άλλωστε σε αυτή βάσισε την πολιτική της καριέρα.

Κερασάκι στην τούρτα της, όσα είπε για τα Αρχαία Ελληνικά. Προφανώς ελάχιστοι αναπολούν την παρακολούθηση του μαθήματος ή εκτιμούν τη διδασκαλία τους. Ο απαξιωτικός τόνος όμως τον οποίο η κ. Ρεπούση επέλεξε, δεν μπορεί παρά να αποτελεί πρόκληση για λόγους εύκολα αντιληπτούς.

Επειδή η κ. Ρεπούση θα συνεχίσει να προκαλεί, γιατί ο άφρων επαναλαμβάνει την αφροσύνην αυτού ως ο κύων επιστρέφει εις τον εμετόν αυτού, η μόνη στάση που αξίζει απέναντι στην ιστορικό του συνωστισμού είναι η περιφρόνηση: μη αποκρίνου εις τον άφρονα κατά την αφροσύνην αυτού, διά να μη γένης και συ όμοιος αυτού. Να που τα Θρησκευτικά τελικά μπορεί να φανούν χρήσιμα, και τα Αρχαία να αποδειχθούν όχι και τόσο νεκρά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: