22/11/13

Η εθνική μας αποβλάκωση

Ξοδεύτηκε πολύ μελάνι γύρω από τη Χρυσή Αυγή, τον κίνδυνο που συνιστά για τη δημοκρατία, το αν αποτελεί ή όχι εγκληματική ή παρακρατική οργάνωση, τη στρατιωτική εκπαίδευση των μελών της, τον θαυμασμό που τρέφουν για τον Χίτλερ. Και μέσα σε ένα βράδυ όλα, ή αν όχι όλα πολλά από αυτά, αποδείχθηκαν ανοησίες. Μέσα από ένα ανατριχιαστικό βίντεο μερικών δευτερολέπτων δεν είδαμε τέσσερις εκπαιδευμένους φουσκωτούς παρακρατικούς να δέχονται επίθεση και να ανταποδίδουν, αλλά τέσσερα παιδιά, σαστισμένα, έντρομα, να το βάζουν στα πόδια. Ή απλά να παγώνουν, όπως ο 22χρονος που πυροβολήθηκε εξ επαφής -μία εικόνα που είναι, ή μάλλον θα έπρεπε να είναι, η συγκλονιστικότερη της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας μας.

Πολλά, πάρα πολλά ειπώθηκαν. Αλλά δεν ειπώθηκαν τα πιο σημαντικά. Ότι ένοπλες ομάδες αριστερής ιδεολογίας συνιστούν συστηματικότερη απειλή, εδώ και δεκαετίες, για την κοινωνία. Ότι τη βία, που καταδικάζουμε τάχα, την ανεχόμαστε καθημερινά όταν στρέφεται κατά κρατικών λειτουργών και εισπρακτόρων ή όταν εμφανίζεται εντός των Πανεπιστημίων. Κυρίως όμως δεν ασχολήθηκε κανείς με τους ανθρώπους της Χρυσής Αυγής. Βάλαμε την ταμπέλα των νεοναζί, βρήκαμε εύλογη πρόφαση την κρίση και ξεμπερδέψαμε. Βλέποντας, λοιπόν, την ταυτότητα των θυμάτων, ένα ερώτημα προκύπτει βασανιστικά: τι γύρευαν αυτοί οι χρήσιμοι για την κοινωνία άνθρωποι, οι μορφωμένοι, οι οικογενειάρχες, και τι γυρεύουν αντίστοιχα χιλιάδες άλλοι όμοιοι τους, στη Χρυσή Αυγή;

Η άνοδος της ΧΑ δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Αποτελεί εξέλιξη πολιτικών φαινομένων που υφίστανται στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Η κρίση και η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος αποτέλεσαν τον καταλύτη, αλλά δεν αρκούν για να εξηγήσουν στο σύνολό της τη σημερινή εικόνα.

Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, και ιδίως από το 1981 και έπειτα, οι δεξιοί ήταν πάντοτε υπό πίεση. Το ΠαΣοΚ της εποχής κατάφερε να επιβάλει την ανιστόρητη άποψη της "επαράτου δεξιάς", αναμιγνύοντας τη μοναρχία, τη χούντα, τη "βία και νοθεία", την "αποστασία" και τον εμφύλιο σε μία βολική συσκευασία απόδοσης όλων των δεινών της χώρας και της καταπίεσης των λαϊκών μαζών. Η συγκεκριμένη προπαγάνδα υπήρξε τόσο επιτυχής ώστε να διαποτίζει τον πολιτικό διάλογο μέχρι και σήμερα. Ο αριστερός λόγος κατέστη συνώνυμος της προόδου και ο Ανδρέας Παπανδρέου οικειοποιήθηκε ό,τι αγαθόν, τόσο από την αριστερά όσο και από το κέντρο (π.χ. τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εμπνευστή του ιδιωνύμου!).

Έτσι οι οπαδοί του ετέρου ημίσεος του ιδεολογικού φάσματος βρέθηκαν αναγκασμένοι να κρύβονται, κατά κάποιον τρόπο. Στη ΝΔ σιγά-σιγά βρήκαν στέγη ακόμα και στελέχη με περισσότερο δεξιές απόψεις, φιλοχουντικά και φιλοβασιλικά στοιχεία (μην ξεχνάμε ότι στο δημοψήφισμα με το οποίο "έχει οριστικά λυθεί το πολιτειακό" σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες επέλεξε τη Βασιλεία...) και φυσικά θιασώτες της "λαϊκής δεξιάς", δηλαδή λαϊκιστές του άλλου άκρου. Ακόμη και υπό πίεση τα στοιχεία αυτά μέσα στη ΝΔ ήταν υπό αυτοπεριορισμό. Όσοι ξεστράτιζαν μπορούσαν να κινηθούν δεξιότερα (προς την ΕΠΕΝ, αργότερα τον ΛαΟΣ κ.λπ.), αλλά η κύρια μάζα των λαϊκιστικών και ακραίων στοιχείων κατάπινε τη λείανση των ιδεολογικών διαφορών, με κίνητρο (τι άλλο!) την εξουσία.

Η απελευθέρωση αυτού του τμήματος στελεχών και ψηφοφόρων από την ιδεολογική επιτήρηση και τον περιορισμό της ΝΔ είναι η βάση της σημερινής ΧΑ. Αντίστοιχο κομμάτι υπήρχε και στο ΠαΣοΚ, με τη μορφή της "πατριωτικής" αριστεράς, σαφώς μικρότερο, αλλά υπολογίσιμο. Η αποδέσμευση αυτών των στοιχείων έγινε σταδιακά και έχει δύο βασικές αιτίες.

Η πρώτη είναι ότι ο πυρήνας της εθνικοπατριωτικής ιδεολογίας αγνοήθηκε επί μακρόν από τις κυβερνήσεις, και αυτό, τα τελευταία ειδικά χρόνια, είχε ορατές συνέπειες. Το "Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια", τρίπτυχο βαθιά ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία, ανεξαρτήτως και υπεράνω ιδεολογίας, δέχθηκε πολλά χτυπήματα, όπως και το άλλο χουντικών καταβολών τρίπτυχο, το "Ησυχία - Τάξις - Ασφάλεια". Στο όνομα του προοδευτισμού και της δημοκρατίας η Ελλάδα μετατράπηκε σε χώρο δράσης εγκληματικών στοιχείων που εισήλθαν παράνομα στο έδαφός της, τα όργανα του νόμου ταυτίστηκαν με τα όργανα καταπίεσης του χουντικού καθεστώτος, η γλώσσα και η θρησκεία αντιμετωπίστηκαν ως συντηρητικοί θεσμοί, η εξωτερική πολιτική προσέφερε τη μία ταπείνωση μετά την άλλη.

Εν τέλει, η διαρκώς αυξανόμενη εγκληματικότητα ήταν αυτή που αποτέλεσε βολικό πεδίο δραστηριοποίησης, με τη στοχοποίηση των αλλοδαπών. Ακόμα και τότε όμως το κυρίαρχο σύστημα αντέδρασε υπεροπτικά, με την ερμηνεία του ("αυθύπαρκτου", θα έλεγε κανείς) ρατσισμού. Δεν επρόκειτο φυσικά για ρατσισμό, αλλά για ζητήματα επιβίωσης και προστασίας της περιουσίας. Από κοντά το γεγονός ότι η δραστηριοποίηση των "αντιεξουσιαστών" άφηνε την ιδιωτική περιουσία έρμαιο καταστροφικής μανίας, από κοντά και η "εθνική ταπείνωση" του μνημονίου, δίπλα στα Ίμια, την Κύπρο, τις γκρίζες ζώνες του Αιγαίου, τον λειψό εναέριο χώρο και τα κουτσουρεμένα μίλια των εθνικών υδάτων.

Καθώς η πραγματικότητα ωθούσε την κοινωνία προς συντηρητικότερες, αν όχι και πραγματικά "δεξιές" απόψεις, η άρχουσα τάξη παρέμενε δέσμια ιδεοληψιών, προοδευτικών εμμονών και αριστερίστικων τσιτάτων (ο ίδιος ο ηγέτης της κυβερνώσας "δεξιάς" μιλούσε για "μεσαίο χώρο"!). Με απλά λόγια, το πολιτικό σύστημα αγνόησε επί χρόνια τις ανάγκες της κοινωνίας, προσπαθώντας με αδέξιο και αναποτελεσματικό τρόπο να τη μεταβάλει, αντί να μεταβληθεί η ίδια. Στο περιβάλλον αυτό τα παραπάνω "δεξιά" στοιχεία των κομμάτων, και ιδίως της ΝΔ, βρέθηκαν κομματικά άστεγα, ιδεολογικά καταπιεσμένα, αν και πολιτικά δικαιωμένα.

Το επόμενο βήμα και δεύτερη αιτία ανάπτυξης του ακροδεξιού πόλου ήταν η απότομη απενοχοποίηση της δεξιάς ρητορικής, με δύο σημαντικούς σταθμούς.

Ο πρώτος ήταν η εκλογή ενός ακραίου και ακραία λαϊκιστή πολιτικού, του κ. Σαμαρά, τα λάθη του οποίου η Ελλάδα είχε ήδη πληρώσει με το Μακεδονικό, στην ηγεσία του κυριότερου αστικού, φιλοευρωπαϊκού και "συντηρητικού" κόμματος. Ο κ. Σαμαράς θα μπορούσε να ηγηθεί ενός μικρού δεξιού κόμματος με κρίσιμο ρόλο, τύπου ΠολΑν ή Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Ευρισκόμενος όμως μπροστάρης της ΝΔ επέτυχε τη διάλυσή της, καθώς αποξενώθηκε (παραδόξως, φαινομενικά) από τα ιδεολογικά συγγενή προς τον ίδιο στοιχεία.

Ο λόγος είναι απλός. Η ακροδεξιά και λαϊκιστική στροφή της ΝΔ το 2010 ήταν, θεωρητικά, νίκη του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Ενώ όμως ένα μικρό κόμμα μπορεί να επιμείνει σε τέτοιες πολιτικές (εθνικιστικές, λαϊκιστικές, αντιμνημονιακές), για τη ΝΔ που επεδίωκε να κυβερνήσει κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον, ειδικά υπό τις σημερινές διεθνείς συνθήκες. Η στροφή προς τον πολιτικό ρεαλισμό ήταν αναπόφευκτη και όσο περισσότερα αυτιά χάιδευε ο Σαμαράς τότε, τόσο περισσότερο άτσαλα θα άλλαζε τακτική αργότερα. Μόνο που στο μεταξύ πρόσωπα όπως ο Κρανιδιώτης, ο Λαζαρίδης, ο Μιχελάκης και ο Μαρκόπουλος είχαν κυριολεκτικά αποθρασυνθεί. Το αποτέλεσμα ήταν η ακροδεξιά ρητορική να απενοχοποιηθεί στη συνείδηση του κόσμου, αφού διατυπωνόταν από κύριο πυλώνα του πολιτικού συστήματος.

Ο δεύτερος σταθμός ήταν η συμμετοχή του ΛαΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Ένα κόμμα για το οποίο ο Κώστας Καραμανλής λίγα χρόνια πριν δήλωνε ότι δεν υπάρχει περίπτωση συνεργασίας με "τα άκρα" και που τα ΜΜΕ είχαν επί μακρόν θέσει στο στόχαστρο ως ακροδεξιό (τι άλλο!), με πρόεδρο έναν έμπειρο κοινοβουλευτικό και άριστο γνώστη της επικοινωνίας, τον, επίσης λαϊκιστή, Γ. Καρατζαφέρη, βρέθηκε μπροστά στη μάχη για τη... σωτηρία της πατρίδος. Δεν ήταν μόνο ότι πια η "ακροδεξιά" κυβερνούσε, αλλά και το γεγονός ότι το κόμμα Καρατζαφέρη με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση καταδικαζόταν στην αυτοδιάλυση, όπως και έγινε, με αποτέλεσμα δεξιά της ΝΔ να μείνει ελεύθερος ο χώρος υποδοχής των δυσαρεστημένων.

Στο περιβάλλον αυτό της βίαιης προσαρμογής στην πραγματικότητα που επέβαλλε η χρεοκοπία, οι λαϊκιστικές δυνάμεις αποδεσμεύθηκαν από τα παραδοσιακά κόμματα. Και ενώ για τους κλασικούς πασόκους ήταν ο ΣυΡιζΑ που προσέφερε καταφύγιο, στον χώρο της δεξιάς η ΧΑ για πολλούς αποτέλεσε την καλύτερη επιλογή. Το γιατί ο Καμμένος δεν μπόρεσε να μαζέψει το σύνολο των δυσαρεστημένων δεξιών (ως διάδοχο, θα έλεγε κανείς, σχήμα του ΛαΟΣ), δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την παροιμιώδη έφεση στην ανοησία και τις γκάφες που έχουν να επιδείξουν οι ΑνΕλλ. Το ίδιο ερώτημα μένει αναπάντητο και για το ΚΚΕ, στο αντίθετο άκρο. Επίσης δεν είναι ξεκάθαρο πώς ένας στους δέκα Έλληνες ανέχεται να στηρίζει ένα κόμμα με ξεκάθαρα νεοναζιστικά στοιχεία.

Όμως οι χρυσαυγίτες του σήμερα δεν είναι νεοναζί. Δεν είναι ούτε όλοι νεόπτωχοι, πεινασμένοι, άνεργοι. Είναι άνθρωποι απελπισμένοι, σίγουρα. Απογοητευμένοι. Πιστεύουν ίσως ότι στο πολιτικό σύστημα χρειάζεται ένα μεγάλο χτύπημα για να αναδειχθούν τίμιες πολιτικές δυνάμεις που δε θα αγνοούν πια τα προβλήματα της κοινωνίας. Και επιδιώκουν ίσως την επανασύνδεση με το ένδοξο παρελθόν του Γένους, παρόλο που στη Χρυσή Αυγή αυτή γίνεται με τρόπο νοσηρό.

Ο τεράστιος ρόλος των ΜΜΕ στην ενίσχυση της ΧΑ δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ειδικά μετά τη δολοφονία του Φύσσα ορισμένοι ξεσάλωσαν αποδίδοντας στο κόμμα Μιχαλολιάκου εξωπραγματικά χαρακτηριστικά και παρουσιάζοντας τα μέλη του σαν άβουλα άνοα όντα, κάτι σαν αγέλη κτηνών που δέρνουν και ρημάζουν κατόπιν εντολής. Και έπειτα ήρθε η ίδια η πραγματικότητα να τους διαψεύσει εκκωφαντικά.

Όλη η αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής είναι εσφαλμένη. Στη δημοκρατία έχουν θέση, για πολλοστή φορά θα το γράψουμε, και οι ακραίες ιδέες. Το ζήτημα δεν είναι πώς θα αντιμετωπισθεί η ΧΑ, αλλά ποιες είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα ασχοληθούν σοβαρά με τα προβλήματα του τόπου και θα σταθούν με ειλικρίνεια απέναντι στον ελληνικό λαό. Που δε θα υποστηρίζουν ότι "λεφτά υπάρχουν", ούτε ότι "απωλέσαμε εθνική κυριαρχία" με τα μνημόνια, ούτε ότι με τη δραχμή θα είχαμε σωθεί.

Αν ένας στους τρεις πιστεύει ότι ψεκάζεται και εννιά στους δέκα ότι πρέπει να αποτινάξουμε τον ζυγό του μνημονίου αγνοώντας το χρέος (και βρίσκοντας λεφτά από... πού;), το πρόβλημα δεν είναι η ΧΑ. Απλά αποτελεί μία εκδήλωσή του. Η ανάδειξη ανθρώπων όπως ο Τσίπρας, ο Σαμαράς και ο Παπανδρέου σε δημόσια αξιώματα, αποτελούν εξίσου ανησυχητικές εκδηλώσεις του ίδιου προβλήματος που δεν απασχόλησαν κανέναν. Η ανοχή σε φαινόμενα πολιτικής βίας (Δεκέμβριος 2008, καταλήψεις Πανεπιστημίων, δραστηριότητα αριστερών εγκληματικών ομάδων), επίσης εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αποβλάκωση των Ελλήνων. Η κοινή λογική, η πολιτική σκέψη, ο ώριμος προβληματισμός και ο ψύχραιμος διάλογος αποτελούν ζητούμενα. Η εθνική συνείδηση είναι παντελώς ανύπαρκτη και ο Έλληνας του σήμερα έχει διαρρήξει τη σχέση του με το παρελθόν του, τον πολιτισμό του, τη γλώσσα του. Είναι ο βολεμένος που θέλει απλά να διαιωνίσει τη βολεψή του, ο χθεσινός φοιτητής του "δημοκρατικού πέντε" και της ήσσονος προσπαθείας. Το πολιτικό σύστημα που τον ανέθρεψε έτσι επί 40 χρόνια, που διέλυσε σχολεία και πανεπιστήμια, που διέφθειρε θεσμούς δεν είναι άμοιρο ευθυνών. Η κύρια ευθύνη όμως παραμένει δική μας.

Εάν συνεχίσουμε να αγνοούμε την πραγματικότητα και να επιμένουμε στις αυταπάτες μας, το έχουμε ξαναγράψει και ήδη μοιάζει να δικαιωνόμαστε, όχι μόνο η ΧΑ θα συνεχίσει να ενισχύεται, αλλά πολύ γρήγορα θα καταστεί πλειοψηφική. Και, δυστυχώς, ίσως αυτό να μην είναι καν το μεγαλύτερο από τα δεινά που περιμένουν τη χώρα μας.

2/11/13

Το "ανύπαρκτο" άκρο

Εδώ και εβδομάδες προσπαθώ να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου για τη Χρυσή Αυγή και όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας. Οι εξελίξεις με πρόλαβαν και πάλι, για να δικαιώσουν όσα μπορεί κανείς εύκολα να βρει στο ιστολόγιο γραμμένα εδώ και χρόνια για την υποκρισία, τον στρουθοκαμηλισμό, τον ιδεοληπτικό τρόπο με τον οποίο πολιτικοί, ΜΜΕ και πολίτες επί μακρόν επιλέξαμε να αξιολογούμε ή, μάλλον, να αγνοούμε τα προβλήματα του τόπου.

Η κατακλείδα της προηγούμενης ανάρτησης ήταν ότι κάποιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν όσο αίμα και αν χυθεί. Τυφλωμένοι από την ιδεοληπτική εμμονή τους, βουτηγμένοι στη νοητική αποχαύνωση, μάζα άμορφη, άνθρωποι αμόρφωτοι, απαίδευτοι, μη παιδευμένοι και μη παιδεμένοι, επαναστάτες της τρυφηλής ζωής και της άνεσης των χρημάτων των οικογενειών τους, οραματίζονται την εξόντωση των "αντιπάλων", αδιαφορώντας για την κοινωνία και τις πραγματικές της ανάγκες.

Αυτοί λοιπόν, οι δολοφόνοι της Marfin, οι εμπρηστές των πορειών, αυτοί που έσωσαν τον τόπο ως "αγανακτισμένοι" έξω από τη Βουλή όπως τον είχαν σώσει και το 2008, μάς γνώρισαν και πάλι το πρόσωπο της αχαλίνωτης βλακείας τους. Και αν αύριο η εξίσου αποκρουστική και εξίσου άμορφη μυώδης μάζα των χρυσαυγιτών προκύψει, με άλλο όνομα, πιο στρόγγυλα λόγια και λιγότερο τετράγωνους ώμους, πλειοψηφούσα στη Βουλή και την κοινωνία, δε θα φταίει η κρίση, η φτώχεια και η ανέχεια, αλλά η απύθμενη ηλιθιότητα, η ηλιθιότητα που χθες έστειλε άλλους δύο νέους, 22 και 27 ετών, στον τάφο και έναν 29χρονο να χαροπαλεύει στην εντατική.

Αυτή η ηλιθιότητα έχει και όνομα και ιδεολογία. Αλλά έχουμε επιλέξει ως κοινωνία μόνο να τα ψιθυρίζουμε, για να μη μας χαλάει το παραμύθι στο οποίο πιστεύουμε. Είναι η ακροαριστερά (όρος που δεν υφίσταται στο πολιτικό λεξιλόγιο, ωσάν οι ακραίες συμπεριφορές να μονοπωλούνται από τους "άλλους") που έχει σκοτώσει ξανά και ξανά και πολύ πιο συχνά, πιο οργανωμένα και πιο συστηματικά από την ακροδεξιά και το υποτιθέμενο παρακράτος. Είναι το άλλο άκρο, αυτό που κάναμε ότι δε βλέπαμε επί τόσα χρόνια.

Στην ομαδική μας παράκρουση κάναμε ότι δε βλέπαμε τις μολότοφ, τις καταλήψεις, τους προπηλακισμούς, τις δολοφονίες από τις "σέχτες" και τους "πυρήνες". Κάναμε ότι δε βλέπαμε πως οι "αναρχικοί" ήταν εξίσου αδίστακτοι στο να χτυπήσουν και να ρημάξουν, ήταν εξίσου επικίνδυνοι για την ελευθερία και τη δημοκρατία και υπερτερούσαν και σε αριθμό και σε δραστηριότητα. Κάναμε ότι δε βλέπαμε και βλέπαμε ό,τι θέλαμε να δούμε: αντιεξουσιαστές, αριστεριστές, επαναστάτες. Δεν είναι τίποτα από αυτά, παρά εγκληματικές οργανώσεις, όχι με την έννοια-λάστιχο που απέκτησε ο όρος για να περιλάβει τη Χρυσή Αυγή εν συνόλω, αλλά με την αυστηρά ποινική έννοια.

Όταν πριν δύο μήνες ο χρυσαυγίτης ήταν ο δολοφόνος περίσσεψε ο λυρισμός και η αυστηρότητα. Και έτσι έπρεπε. Μόνο που βάσει των όσων προέκυψαν, το τραγικό περιστατικό εύκολα μπορούσε να αποδοθεί σε έναν "τσαμπουκά" που ξέφυγε, και πάλι λόγω της βλακείας ενός νταή. Στο χθεσινό συμβάν δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Επρόκειτο για ανθρώπους οργανωμένους, αποφασισμένους να σκοτώσουν, τρομακτικά εξοπλισμένους, αδίστακτους. Δε χωρεί καμία αμφιβολία ότι προηγήθηκε σχεδιασμός, ότι δεν υπήρξε, έστω ασήμαντη, πρόκληση και αφορμή. Ήταν η παρουσία, η ύπαρξη των χρυσαυγιτών που τους ενόχλησε. Τόσο απλά, όσο απλό είναι το να συνεχίσεις να πυροβολείς έναν αιμόφυρτο νεκρό.

Μόνο που τα δάκρυα στέρεψαν μετά τη δολοφονία του Φύσσα. Η ανησυχία για την κατάντια της δημοκρατίας δεν είναι ίδια σήμερα, πολύ απλά γιατί δεν καταδικάζουμε τη βία "από όπου και αν προέρχεται". Την αριστερής προελεύσεως βία την ανεχόμαστε επί δεκαετίες, διότι έχουμε αποδεχθεί ως συστατικό στοιχείο του "προοδευτικού" τάχα χώρου τη χρήση της. Την ανεχόμαστε και ενίοτε την επικροτούμε ως αντίσταση, τη βαφτίζουμε αγώνα και αδιαφορούμε για τις συνέπειές της.

Αντιγράφω: "Όχι, δεν ήταν «εκτέλεση», αυτό που συνέβη! Η εκτέλεση απαιτεί δίκη, καταδίκη, απόφαση. Δεν ήταν εκτέλεση, ήταν δολοφονία. Τελεία." Επί εβδομάδες επαναλαμβάνουμε αυτήν τη λεξούλα, για τον Φύσσα: εκτέλεση. Χθες που οι δολοφόνοι βγήκαν με όπλα, όχι με σουγιάδες, στη μέση του δρόμου δεν επρόκειτο για εκτέλεση, αλλά για "απλή" δολοφονία. Τελεία! Τόσο άθλιοι είμαστε στην εμμονή μας, που αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να διαχωρίσουμε ποιοτικά τους θανάτους, σύμφωνα με τον κ. Παπαγιαννίδη, που επικαλούμαι ενδεικτικά και μόνο.

Αύριο, άραγε, θα αναρωτηθεί κανείς πώς επιβιώνουν όλες αυτές οι "σέχτες"; Θα αναρωτηθεί κανείς μήπως τα "αυτοδιαχειριζόμενα στέκια" δε φιλοξενούν πολιτιστικές εκδηλώσεις και δρώμενα, αλλά σχολές φανατισμού και εγκλήματος; Θα αναρωτηθεί κανείς για τη σχέση αυτών των ακραίων στοιχείων με ποινικούς; Θα αναρωτηθεί κανείς για τη χρηματοδότησή τους, χάρη στην οποία δε συνεχίζουν απλά τη "δράση" τους, αλλά κατακλύζουν και τις πόλεις μας με αφίσες που προπαγανδίζουν το παραλήρημά τους; Θα μιλήσει κανείς για αυτό που στην πραγματικότητα είναι, αριστερές εγκληματικές οργανώσεις, ή θα συνεχίσουμε το παραμύθι της αφηρημένης "τρομοκρατίας"; Μήπως απλά θα θέτουμε τα ίδια ακριβώς ερωτήματα μόνο, όμως, για τη Χρυσή Αυγή;

Χθες δύο νέα παιδιά έχασαν τη ζωή τους, ένα τρίτο τραυματίσθηκε σοβαρότατα, ένα τέταρτο γλίτωσε την τελευταία στιγμή. Και οι γονείς των νεκρών αισθάνθηκαν την ανάγκη να βγουν και να αρνηθούν ότι τα παιδιά τους ήταν χρυσαυγίτες. Γιατί;

Σε μία δημοκρατία, το γράφω για πολλοστή φορά, έχω το δικαίωμα να είμαι και χρυσαυγίτης, και φασίστας, και ρατσιστής, και κομμουνιστής, και ο,τιδήποτε άλλο, με μία προϋπόθεση: τον σεβασμό στο μίνιμουμ κοινωνικής συνύπαρξης. Η καλοκάγαθη γιαγιά που προτιμά να σταθεί όρθια στο λεωφορείο παρά να καθίσει δίπλα σε Αφρικανό μετανάστη, δεν είναι λιγότερο ρατσίστρια, δεν είναι λιγότερο κολάσιμη ηθικά η στάση της. Όμως, εφόσον δεν προσβάλλει, δεν χτυπάει και δεν παρανομεί, είναι δικαίωμά της.

Επί έναν μήνα τα μέλη ενός κοινοβουλευτικού κόμματος έχουν συλλήβδην ενοχοποιηθεί και στοχοποιηθεί, αυτή είναι η αλήθεια. Οι προσωπικότητές τους έχουν εκμηδενισθεί στην κατηγορία του άνοου νταή που άγεται και φέρεται, που στερούμενος ταυτότητας αναζητά την ένταξη σε μία ομάδα για να χαθεί στο σύνολο και να αποκτήσει ύπαρξη έστω σαν τμήμα του, λες και αυτή η χώρα δεν έχει ξαναδεί ποτέ και δεν ξέρει τίποτε από κομματικούς στρατούς και αφισοκολλητές. Κανείς δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία ότι όλα τα μέλη της ΧΑ έλαβαν στρατιωτική εκπαίδευση ή συμμετείχαν σε παράνομες δραστηριότητες, δεν ξέρουμε καν αν το μοντέλο φουσκωτός - χαζός - ακροδεξιός - ρατσιστής ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά το κλίμα διαμορφώθηκε.

Με τη Χρυσή Αυγή διαφωνώ ριζικά, και δεν το έχω κρύψει. Δε διαθέτω τα μέσα για να την πολεμήσω, παρά μόνο αυτές τις ασήμαντες γραμμούλες. Επιδιώκω την εξαφάνισή της, μαζί με όλες τις μορφές του επιζήμιου λαϊκισμού, μέσα από την πνευματική καλλιέργεια του Έλληνα. Δεν είναι η φτώχεια και η απελπισία το έδαφος που ευδοκιμεί η βία. Είναι η αδυναμία άσκησης στο ηθικό και πνευματικό πεδίο. Είναι η αποχαύνωση, η αναστολή της νόησης, η περιφρόνηση της στοιχειώδους λογικής που επιτρέπουν στον Έλληνα του σήμερα να πιστεύει κάθε απίθανη ανοησία και να επιλέγει κάθε λογής ουτιδανό ως ηγέτη του.

Δε με έπιασε, λοιπόν, η έγνοια να υπερασπισθώ τη ΧΑ. Ακόμα, όμως, και αν διαφωνώ με την ιδεολογία και τις μεθόδους της, δεν μπορώ σε μία δημοκρατική κοινωνία να της στερήσω το δικαίωμα ύπαρξης. Διότι περί αυτού πρόκειται. Η δημοκρατία δοκιμάζεται όταν προκύπτουν ζητήματα ανοχής συμπεριφορών μη πλειοψηφικών. Και το επαναλαμβάνω κουραστικά: κριτήριο δεν μπορεί να είναι ακόμα και η αντικειμενικά οριζόμενη (αν αυτή μπορεί να υπάρξει) ηθική απαξία ή επιδοκιμασία.

Αν σήμερα επιμένω στο ζήτημα είναι γιατί βλέπω το κακό να έρχεται. Αρκούμενοι στη μισή αλήθεια της "εγκληματικής οργάνωσης" χωρίς να αναρωτηθούμε γιατί ένας στους δέκα ετοιμάζεται να ψηφίσει φασίστες, θα βρεθούμε να υφιστάμεθα τις συνέπειες της ισχυροποίησης της ΧΑ ή, μάλλον, του όποιας μορφής αυταρχικού και βίαιου πολιτικού σχήματος την αντικαταστήσει.

Το γράφω εδώ και έναν μήνα. Η υστερική αντιμετώπιση της ΧΑ ρίχνει νερό στον μύλο της. Χθες κάποιοι ηλίθιοι έπαιξαν ξανά το παιχνίδι της. Είναι ώρα, λοιπόν, όσοι διατυπώνουν δημόσιο λόγο να βάλουν στην άκρη τα πιστεύω τους, γιατί η κατάσταση ξεφεύγει.

Δεν μπορεί π.χ. το χθεσινό συμβάν να χαρακτηρίζεται προβοκάτσια. Με τι στοιχεία λέγεται αυτό και, κυρίως, πώς κανείς πια (στην ίδια νοσηρή προσέγγιση) δε σκέφθηκε μήπως η δολοφονία Φύσσα ήταν η προβοκατόρικη, με δεδομένο μάλιστα ότι αποτέλεσε την πολυπόθητη αφορμή για το ξεδόντιασμα της ΧΑ και για την επικοινωνιακή ομοβροντία που ακολούθησε; Άλλωστε οι ίδιοι που μιλάνε για προβοκάτσια σήμερα, χθες κατηγορούσαν την κυβέρνηση για επικίνδυνο πολιτικό παιχνίδι με τις συλλήψεις των χρυσαυγιτών.

Για να δούμε, λοιπόν, αν αύριο ο κ. Θεοδωράκης και οι υπόλοιποι μεγαλόσχημοι θα αισθανθούν την ανάγκη να μάς γνωρίσουν αυτούς τους τρεις νέους και να περιδιαβούν τις γειτονιές τους παρέα με τους φίλους τους. Ίσως έτσι και να απαντηθεί ένα πολύ πιο ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα, τι στο καλό γύρευαν στη Χρυσή Αυγή τρεις σπουδασμένοι νέοι Έλληνες. Αυτό είναι το ζήτημα. Όχι η ηρωοποίηση των θυμάτων, όχι η καπηλεία της οργής και της συγκίνησης. Η αλήθεια.

Την αντέχουμε, όμως; Αντέχουμε να κοιταχθούμε στον καθρέπτη, ενώ το καταλαβαίνουμε ότι αυτό που θα δούμε δεν έχει σχέση με αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε;