12/9/17

Περί υγιούς επιχειρηματικότητας

Η γελοία προσπάθεια του Τσίπρα να παρουσιάσει "φιλοεπενδυτικό" προφίλ θα έπρεπε να είχε εξοργίσει πρώτα-πρώτα τους αριστερούς συντρόφους της δρακογενιάς του 3%, που με κάτι τέτοια βγάζουν σπυριά. Το ότι αυτό δεν έγινε είναι ενδεικτικό του πόσο στα σοβαρά παίρνουν, ακόμα και οι κολλητοί του, τη ρητορική στροφή προς την επιχειρηματικότητα. Στροφή επικοινωνιακή αμιγώς και αδέξια ως γελοία επί της ουσίας.

Ο ΣυΡιζΑ και οι εν Χαλκιδική κομματάρχες του έχουν σηκώσει εδώ και χρόνια θόρυβο για την προστασία του περιβάλλοντος στις Σκουριές. Ας μην ασχοληθούμε με τις θέσεις εργασίας και με τα κωμικά επιχειρήματα ότι ο τουρισμός και η αγροτική ανάπτυξη θα συμβάλουν στην αποκατάσταση όσων μείνουν άνεργοι σε ενδεχόμενη απώλεια της επένδυσης. 

Έχει, βέβαια, πλάκα το θέμα. Η τουριστική ανάπτυξη της Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται από μπιτσόμπαρα και κατάληψη ακτών από επιχειρήσεις χαμηλού κεφαλαίου και αισθητικής, ξαπλώστρες και υπερτιμημένα κοκτέιλ με απλά λόγια, ενώ οι όποιες μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες ξεκινάνε με αυτονόητο αποκλεισμό, επί της ουσίας, της παραλίας. Όχι ακριβώς και η επιτομή του σεβασμού στο περιβάλλον -ας μη μιλήσουμε για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των απορριμμάτων στις ακτές μας. Δεν έχει μεγάλη σημασία τι επιδιώκει κανείς με το μυαλό του, αλλά τι γίνεται στην πράξη, και ο περίφημος τουρισμός μας αυτός είναι στην περιοχή. Όσο για τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, είμαι περίεργος να μάθω με τι κατάρτιση οι μεταλλωρύχοι θα μετατραπούν σε αγρότες, σε ποιες εκτάσεις και τι είναι σε θέση η ίδια η γη να παράγει...

Ας μείνουμε, λοιπόν, στο περιβάλλον. Οι συριζαίοι συστηματικά πολεμούν τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα φωτοβολταϊκά βιάζουν το τοπίο, οι ανεμογεννήτριες απειλούν μπούφους και τσαλαπετεινούς, και πάει λέγοντας. Την ίδια στιγμή η πολύπαθη ΔΕΗ εξορύσσει λιγνίτη, πανάκριβα και με συνέπειες ολέθριες: χωριά ολόκληρα θάβονται στο χώμα. Οι μπούφοι της Εύβοιας προφανώς αξιολογούνται ως σημαντικότεροι από τα σπίτια στα χωριά περί την Πτολεμαΐδα. Εκεί η προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα -χωρίς πολλές κουβέντες ή αριστερίστικα δάκρυα. 

Όσο για τους υδρογονάνθρακες, που (μην ξεχνιόμαστε) αποτελούν τον αστείρευτο πλούτο της χώρας, αυτόν που εποφθαλμιούν οι ξένοι και μας έριξαν στα μνημόνια, ας πάρουμε μια γεύση περί του τι συνέπειες μπορεί να έχει η εξόρυξή τους. Ένα διερχόμενο πετρελαιοφόρο ναυάγησε και έχει πνιγεί στην πίσσα ο Πειραιάς. Φαντάζομαι ότι τα ψάρια και οι γλάροι του Αιγαίου και του Ιονίου έχουν ίδια ανάγκη προστασίας με τους μπούφους της Εύβοιας. Δεν είναι δα άνθρωποι, που δεν μας νοιάζει αν θα έχουν να φάνε ή αν πεθαίνουν από καρκίνο.

Δεν έχει νόημα περαιτέρω απαρίθμηση παραδειγμάτων. Είναι πασιφανές ότι δεν υπάρχει σοβαρή περιβαλλοντική και ενεργειακή πολιτική. Σε κάθε απόπειρα αξιοποίησης του φυσικού πλούτου υπάρχει παρέμβαση και, άρα, περιβαλλοντική επιβάρυνση. Αυτό είναι δεδομένο. Κάθε λογικός άνθρωπος θα έμπαινε σε αναπόφευκτο ζύγι μεταξύ οφέλους και πιθανής ζημίας. Προφανώς η επιβάρυνση του οικιστικού τοπίου μίας ακατοίκητης περιοχής από ανεμογεννήτριες δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως σοβαρότερη από την πρόκληση καρκίνου στην Πτολεμαΐδα. Σε κάποια άλλη χώρα, φυσικά.

Γενικά, πάντως ο Τσίπρας δεν μοιάζει να ενοχλείται από τον καρκίνο. Η πρώτη επιλογή του για επίσκεψη ήταν η Παπαστράτος, παρακλάδι πολυεθνικής που εμπορεύεται τη νούμερο ένα αιτία θανάτου και νοσηρότητας στον σύγχρονο κόσμο: το τσιγάρο, αιτία καρκίνων, καρδιοπαθειών, πνευμονοπαθειών και εγκεφαλικών επεισοδίων. Κάποιοι ενοχλήθηκαν από το γεγονός ότι η εταιρεία ανήκει στο ξένο κεφάλαιο, αλλά κανένας από το αντικείμενο των εργασιών της. Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, να ψηφίζουμε αντικαπνιστικούς νόμους, ενώ ο Πρωθυπουργός της χώρας επιλέγει το εμπόριο καπνικών ως παράδειγμα υγιούς επιχειρηματικότητας, από αυτές που επιθυμεί να προσελκύσει.

Κλείνοντας, διότι είναι τόσο γελοία η ιστορία που θα έπρεπε να μιλάει κανείς για ώρες, τα πράγματα είναι απλά. Αν το περιβάλλον απειλείτο τόσο, οι συριζαίοι θα είχαν τελειώσει την υπόθεση εδώ και δύο χρόνια. Αντιθέτως, κρατούν απλά καθυστέρηση, αφήνοντας την αναπόφευκτη αδειοδότηση για τον επόμενο. Έτσι σε ένα-δυο χρόνια θα τσιρίζουν και πάλι από την αντιπολίτευση, θα καίνε μηχανήματα και θα υποδαυλίζουν τοπικές αντιπαραθέσεις, ενώ πολιτικές καριέρες θα συνεχίσουν να υφίστανται ή θα γεννώνται στα μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής.

Αυτό που ξεπερνάει τα όρια του γελοίου είναι τα μαθήματα δημοκρατικής αγωγής προς την εταιρεία, περί εκβιασμού της Κυβέρνησης και νουθεσιών προς τον Πρωθυπουργό. Ας παραβλέψουμε ότι παίζονται τα χρήματα των επενδυτών από την αμφίβολης νομιμότητας τακτική της κυβέρνησης. Ας θυμηθούμε απλά ότι κανείς δεν ενοχλήθηκε όταν ο, επίδοξος νταβατζής της Βορείου Ελλάδος και με προφανείς δεσμούς με τον ΣυΡιζΑ, επιχειρηματίας μάς έδινε προ ολίγου καιρού οδηγίες περί του ποιον να ψηφίσουμε και προέβαινε σε προβλέψεις του εκλογικού αποτελέσματος, λέγοντας ότι ο Μητσοτάκης δεν θα γίνει ποτέ Πρωθυπουργός. Εκείνες οι παρεμβάσεις, βρώμικων μάλιστα, επιχειρηματικών συμφερόντων ήσαν, προφανέστατα, δημοκρατικότατες και ετύγχαναν, παλλαϊκής αποδοχής.

14/8/17

Η ηθική απενοχοποίηση των εννοιών

Πραγματικά μοιάζουν να έχουν στερέψει τα λόγια μπροστά στο κατάντημα του ιδεοληπτικού όχλου που η συγκυρία και η ανοησία του κόσμου έφερε στην εξουσία. Μία κανονικότατη χούντα έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα. Δεν δίνει, φυσικά, λογαριασμό σε κανέναν. Δεν υπολογίζει νόμους και κανόνες. Βομβαρδίζει καθημερινά με ξεδιάντροπα ψέματα, αδιαφορώντας για τον ηθικό αντίκτυπο. Ή, μήπως, γνωρίζοντας (και όχι ελπίζοντας) ότι υπάρχουν ακόμη ηλίθιοι να τα πιστεύουν;

Θα ήμασταν πολύ επικριτικοί με την Αντιπολίτευση, για την αδυναμία της να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά με τους κυβερνητικούς τραμπούκους. Αλλά δεν θα ήταν δίκαιο, για το επίπεδο πολιτικών που επιθυμούμε για τη χώρα. Δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος, σε επίπεδο εικόνας, για να αντιπαρατεθείς στο θράσος, στα ψέματα, στην προσβολή της νοημοσύνης, πεδία προνομιακά για τους φασίστες των Συριζανέλ. Και όσοι το επιχειρούν με κάποια επιτυχία, όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, δεν είναι του ύφους που επικροτούμε...

Ας μείνουμε, λοιπόν, στην ουσία. Το έχουμε επισημάνει πολλές φορές ότι η παραμονή της τσιπροπαρέας στην εξουσία θα αφήσει μόνιμα τραύματα στο σώμα της κοινωνίας μας. Η ζημιά τους δύσκολα θα αποκατασταθεί. Ένα, λοιπόν, έλασσον ζήτημα που προέκυψε, αλλά υποκρύπτει συγκεκριμένη στρατηγική (ναι, οι αριστεροί φασίστες ξέρουν μια χαρά να εκπονούν σχέδια προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις εμμονές τους -άλλο που χαρακτηρίζονται από το κύριο στοιχείο των κοινωνικών τους προσεγγίσεων, δηλαδή την απύθμενη ηλιθιότητα), είναι η κλήρωση για την επιλογή σημαιοφόρων.

Θα πει κανείς, τώρα που ξεφουσκώνει γιατί να επανέλθουμε; Και καλοκαιριάτικα; Μα, ακριβώς τώρα μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι υποκρύπτεται, που έχουν ειπωθεί όλα τα σχετικά. Υπάρχουν άλλα σημαντικότερα σε σχέση με την Παιδεία, αναμφίβολα. Αλλά τι π.χ. να πούμε για το άσυλο που δεν το έχουμε ήδη πει στη δεκαετία που υπάρχει το blog; Σε κάθε περίπτωση θα επανέλθουμε και με τα πιο "σοβαρά", όμως η κλήρωση δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστη.

Ειπώθηκε, σωστά, ότι, έτσι κι αλλιώς, σε μεγάλο βαθμό η κλήρωση προϋπήρχε, διότι σε κάθε τάξη υπήρχε πλήθος "αρίστων". Κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί να υπάρχει το πλήθος των αρίστων! Αφού μάς έπιασε ο πόνος για τη διαπαιδαγώγηση των μαθητών του Δημοτικού, που πρέπει να διδαχθούν ότι "η σημαία είναι για όλους, όχι για λίγους, της ελίτ", μήπως πρέπει να τούς εκπαιδεύσουμε καλύτερα για τη μετέπειτα ζωή τους; Μήπως, αντί να μοιράζονται δέκα σε όλα και σε όλους, πρέπει να αντιληφθούν ότι η ανταμοιβή έρχεται με προσπάθεια, και στον βαθμό που ο καθένας την αξίζει; Πρώτο επιχείρημα, σαθρό και αποκαλυπτικό μίας νοσηρής προσέγγισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, λοιπόν.

Δεύτερη ανοησία: τη σημαία τη σηκώνουν όλοι. Διόλου τυχαία υποστηρίχθηκε από τον υπουργό, ο οποίος δεν υπηρέτησε στον Στρατό. Αν είχε υπηρετήσει, θα ήξερε ότι τη σημαία δεν τη σηκώνουν όλοι. Όλοι (πρέπει να) την υπερασπίζονται, όλοι τη φέρουν σε μικρό μέγεθος στο μπράτσο, όλοι φέρουν και το εθνόσημο, αλλά δεν τη σηκώνουν όλοι. Σε κάθε περίπτωση αυτό μπορεί να λυθεί: στην επόμενη παρέλαση να μπορούν να παρελαύνουν όλα τα παιδάκια με μια σημαία το καθένα. Με την κλήρωση δεν σηκώνουν "όλοι" τη σημαία.

Το καλύτερο, όλων, βεβαίως είναι ότι η σημαία δεν μπορεί να αποτελέσει επιβράβευση. Αυτό είναι, βεβαίως, λάθος εξ υπαρχής. Η σημαία δεν είναι παράσημο, αλλά αποδίδεται σε ένδειξη τιμής. Δεν θα αναφερθώ στο τι γίνεται σε άλλες χώρες ή σε αθλητικές διοργανώσεις όπως οι Ολυμπιακοί. Θα μνημονεύσω την απόδοση της σημαίας σε συγγενείς θανόντων εν ώρα καθήκοντος. Εκεί είναι βραβείο, τάχα, η σημαία; Και βέβαια όχι. Πώς, λοιπόν, βρεθήκαμε να μοιράζουμε σημαίες ως επιβράβευση;

Πολύ απλά: δεν βρεθήκαμε. Η απόδοση της σημαίας στους συγγενείς του νεκρού στην υπηρεσία της πατρίδος δεν αποτελεί επιβράβευση, αλλά αναγνώριση της προσφοράς στην πατρίδα. Ομοίως, η απόδοση στον "καλύτερο", μαθητή, αθλητή ή ο,τιδήποτε άλλο, αποτελεί απαίτηση, υποθήκη και υπόσχεση. Ποτέ δεν ήταν βραβείο. Η πατρίδα δεν επιβραβεύει διά της σημαίας, αλλά απαιτεί. Απαιτεί αγώνα για τον λαό και τη χώρα -σε οποιοδήποτε πεδίο, στην Επιστήμη, την Τέχνη, τον Αθλητισμό ή, τελικά, το πεδίο της μάχης. Και η μεγαλύτερη απαίτηση, διά της προσωρινής απόδοσης της σημαίας, απευθύνεται προς τους πιο ικανούς. Τους άριστους, στον τομέα τους.

Πράγματι δεν είναι βραβείο, λοιπόν, η σημαία. Είναι ευθύνη. Οι περισσότεροι μαθητές, άλλωστε, δεν τη βλέπουν ως βραβείο και μάλλον δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερα τις παρελάσεις και τα τοιαύτα. Υποχρέωση βγάζουν, ίσως "ποινήν να εκτίουν" που θα έλεγε και ο Βύρων Πολύδωρας, και σε ενδεχόμενη κατάργηση των παρελάσεων είναι αμφίβολο αν θα εκφράσουν ιδιαίτερη διαμαρτυρία -αυθόρμητη, τουλάχιστον.

Δεν είναι άσχετη η κατάργηση των παρελάσεων με το ζήτημα, και κακώς κάποιοι έψεξαν τον ΣυΡιζΑ ότι, τάχα, ξέχασε το θέμα. Απλά το έφερε από το παράθυρο. Άποψη μας ότι οι παρελάσεις δεν εξυπηρετούν τον σκοπό τους. Επομένως, όπως διεξάγονται αυτήν τη στιγμή, δεν έχει νόημα η συνέχισή τους. Αποτελούν τιμή στη μνήμη κάποιων; Κρατούν ζωντανή την ιστορική μνήμη; Επιδρούν θετικά, δηλαδή ενωτικά (το αντίθετο από ό,τι θέλει ο Τσίπρας) στο κοινωνικό σύνολο; Όχι βέβαια. Θα ήταν, λοιπόν, προτιμότερο να βρούμε μέσα εξυπηρέτησης των  παραπάνω στόχων, και αν οι παρελάσεις με κάποια μορφή είναι το κατάλληλο, τότε, ναι, θα έχει νόημα η διατήρησή τους. Έτσι όπως διεξάγονται σήμερα δεν εξυπηρετούν τίποτε άλλο παρά τα χάπενινγκ των δεξιών και αριστερών φασισταριών.

Ποιο είναι, λοιπόν, το σχέδιο των συριζαίων; Η "ηθική απενοχοποίηση των εννοιών", όπως είπε και κάποιο δημοσιογραφικό φερέφωνο της κυβέρνησης. Με απλά λόγια, η απαξίωση. Δεν μπορείς να καταργήσεις κάτι που έχει νόημα για την πλειοψηφία. Η σημαία έχει ένα συγκεκριμένο νόημα για τον λαό μας, είτε, εσφαλμένα, ως επιβράβευση είτε, ορθότερα, ως ευθύνη. Αν έχει όμως προηγηθεί η πλήρης απαξίωση, γρήγορα-γρήγορα οι διαδικασίες, οι έννοιες και τα σύμβολα στερούνται νοήματος και καταντούν ακριβώς όπως οι παρελάσεις. Ανούσια κατάλοιπα άλλων εποχών. Αν η σημαία αποδίδεται με κλήρωση η όλη διαδικασία δεν έχει κανένα νόημα, τόσο απλά.

Σε όλους τους τομείς η κυβέρνηση επιδίδεται στον "αγώνα" της απαξίωσης: αθλητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων -με μόνο κριτήριο το αν είναι ή όχι φιλικοί προς αυτήν. Και ο αγώνας αυτός θα συνεχισθεί. Μαζί με τον κατήφορο της χώρας και της κοινωνίας, που γέμιζε "αυθόρμητα" πλατείες από αγανάκτηση για τις "χούντες" Παπαδήμου και Παπανδρέου, αλλά τώρα απολαμβάνει δημοκρατία.

29/5/17

Ο μόνος μεγάλος


Η απώλεια του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν μπορεί παρά να πλημμύρισε με συγκίνηση και νοσταλγία κάθε λογικό Έλληνα.

Σε σχέση με αυτό το "λογικό": μέχρι και χθες, ακόμη, κυκλοφορούσαν τα γνωστά ανόητα αστειάκια περί γκαντεμιάς και οι βλακώδεις κακίες για την ηλικία του, στο διαδίκτυο. Θα ήθελα να μάθω, επιτέλους, ποιος ήταν ο γουρλής Πρωθυπουργός μας. Μήπως ήταν ο Ανδρέας; Μήπως ο Κωστάκης Καραμανλής; Ή τάχα βιώνουμε σήμερα την ευδαιμονία επί Τσίπρα; Και αυτά για έναν άνθρωπο που έζησε σχεδόν έναν αιώνα και γνώρισε πολλά δισέγγονα μέσα σε μία δεμένη οικογένεια.

Αν αφήσουμε στην άκρη την παροιμιώδη, και σε έξαρση τα τελευταία χρόνια, ελληνική ανοησία, θα σταθώ τώρα στη νοσταλγία. Όποιος παρακολουθεί με στοιχειώδη νηφαλιότητα τα πολιτικά πράγματα του τόπου πρώτα αυτό πρέπει να αισθανθεί -και όχι με την έννοια της αναπόλησης του παρελθόντος. Με την έννοια της οδυνηρής διαπίστωσης ότι Πολιτικοί σαν τον Μητσοτάκη υπήρξαν ελάχιστοι, και δεν έχει πλέον απομείνει κανένας.

Στα ανόητα σχόλια για την ηλικία του εκλιπόντος, πάντα απαντούσα ότι θα πεθάνει όταν δικαιωθεί απόλυτα και στην τελευταία λεξούλα της πολιτικής του. Τελικά έζησε και μερικά χρόνια παραπάνω.

Σήμερα η πολιτική του Μητσοτάκη έχει δικαιωθεί απόλυτα, και αυτό αρνούνται μόνο ολίγοι εξαιρετικά στενοκέφαλοι στα όρια της ανοησίας.

Να μιλήσει κανείς στο οικονομικό πεδίο; Τι να πούμε; Πόσες φορές δεν προειδοποίησε για την επερχόμενη χρεοκοπία; Πόσες φορές δεν υποστήριξε τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και δεν στηλίτευσε την πολιτική δανεισμών;

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής; Ειρωνικά, ίσως, η μεγαλύτερη δικαίωσή του ήταν το περίφημο "σε 10 χρόνια το μακεδονικό θα έχει ξεχαστεί", που οι ανιστόρητες προσεγγίσεις ορισμένων απομόνωσαν από το τότε περιβάλλον. Τελικά, το θέμα πράγματι ξεχάστηκε, η χώρα, αφού δαπάνησε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο, εθελοτυφλεί παριστάνοντας ότι δεν ακούει το "Μακεδονία" στα διάφορα fora και η λύση που τότε απορρίφθηκε ως ενδοτική φαντάζει σήμερα άπιαστος στόχος.

Όμως, και στο κοινωνικό πεδίο είναι κανείς υποχρεωμένος να σταθεί. Το γνωστό παραμύθι της "αναλγησίας" ακουγόταν πριν κάθε μεγάλη μεταρρύθμιση. Ας έχουν κάποιοι υπόψιν τι ακολούθησε με τον ορυμαγδό των μνημονίων, και τι θα μπορούσε να αποφευχθεί με ηπιότερες παρεμβάσεις, αλλά στον ορθό χρόνο.

Οι μαξιμαλιστικές απαιτήσεις είναι χρήσιμο εργαλείο πολιτικής, αλλά πρόβλημα αξεπέραστο αν ταυτιστούν με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο Μητσοτάκης κατηγορήθηκε για την αποτυχία του να περάσει επικοινωνιακά τις πτυχές της πολιτικής του. Με απλά λόγια, κατηγορήθηκε διότι επεδίωκε αποτέλεσμα, διότι υπήρξε ειλικρινής στα όρια της ωμότητας και, κυρίως, διότι είχε δίκαιο...

Την πλήρη αξιολόγηση της πολιτικής του, και των λαθών του, δεν είμαι άξιος να κάνω. Θα το αναλάβουν πλέον οι ιστορικοί. Αναμφίβολα υπήρξε μία εμβληματική φυσιογνωμία του τόπου και έντονη προσωπικότητα. Το γεγονός ότι ενοχλούσε κάποιους μέχρι και σήμερα, υπέργηρος και ασθενής, αποδεικνύει αναντίρρητα ότι, αν μη τι άλλο, δεν μπορούσε κανείς να τον προσπεράσει με αδιαφορία.

Ίσως αυτός να είναι και ο χρησιμότερος ρόλος ενός πολιτικού: να προκαλεί τον πολίτη να σκεφθεί, να προβληματισθεί. Ας κάνει κανείς μία σύγκριση με το σημερινό πολιτικό προσωπικό. Κατά την ταπεινή γνώμη μου, υπήρξε ο μεγαλύτερος πολιτικός στη μεταπολεμική Ιστορία του τόπου. Ίσως και ο μόνος πραγματικά μεγάλος.

Αιωνία του η μνήμη και συλλυπητήρια στην οικογένειά του, αλλά, κυρίως, σε κάθε φιλόπατριν Έλληνα.